Θέατρο με Αγγελή Γεωργία, ραδιοφωνικά θεατρικά έργα
Γεωργια Αγγελή
Ηχητικά θεατρικά έργα
Ηχητικά θεατρικά έργα
🎭 Σάρκες της Ελένης Χριστοφοράτου: Το κύρος δεν αθωώνει κανέναν
Επεισόδια
Ο θάνατος ενός ισχυρού ανθρώπου δεν καταργεί αυτομάτως την εξουσία του. Κάποτε, μάλιστα, την απλώνει ασφυκτικότερα πάνω στους ζωντανούς, υποχρεώνοντάς τους να λογοδοτήσουν για όσα υπέμειναν, επιθύμησαν ή αποσιώπησαν. Στις Σάρκες της Ελένης Χριστοφοράτου, το πτώμα ενός καθηγητή στη σοφίτα του σπιτιού του γίνεται το σκοτεινό κέντρο μιας οικογενειακής τοιχογραφίας. Το αστυνομικό αίνιγμα αρχίζει εκεί όπου η κοινωνική ευπρέπεια αδυνατεί πλέον να συγκρατήσει τα μυστικά της. Ο Ηλίας Αβραμίδης, άνθρωπος ηλικιωμένος, εύπορος, περιβεβλημένος με ακαδημαϊκό κύρος, βρίσκεται δολοφονημένος στο γραφείο του. Η οικιακή βοηθός Άντρια Ιβάνοβνα ανακοινώνει τον θάνατο χωρίς θρηνητικές εξάρσεις. Αυτή η ψυχραιμία προσφέρει ήδη ένα εύστοχο δραματουργικό ερέθισμα: πόσο αξιόπιστα είναι τα εξωτερικά γνωρίσματα του πένθους; Η απουσία κραυγής δεν αποδεικνύει αναλγησία, όπως η επίδειξη συντριβής δεν εγγυάται αγάπη. Πριν ακόμη αρχίσουν οι ανακρίσεις, η πρώτη παγίδα έχει στηθεί για την κρίση μας. Γύρω από τον νεκρό συγκεντρώνεται ένας κύκλος σχέσεων που ζητούν προσεκτική ανάγνωση. Η Ελισάβετ, είκοσι οκτώ χρόνια νεότερη σύζυγός του, βρίσκεται στο επίκεντρο μιας ανισότητας ηλικίας, περιουσίας και κοινωνικής ισχύος. Θα ήταν, ωστόσο, φτηνός ψυχολογισμός να μεταφράσουμε αυτομάτως αυτή την απόσταση σε ιδιοτέλεια ή δυστυχία. Το ουσιαστικό ερώτημα αφορά τον χώρο που διέθετε μέσα στον γάμο: μπορούσε να υπάρχει ως αυθύπαρκτο πρόσωπο ή αναγνωριζόταν κυρίως ως γυναίκα του καθηγητή; Η Θεοδώρα, η αδελφή της που αποδοκίμαζε τον γάμο, εισάγει την αμφισημία της οικογενειακής προστασίας. Η έγνοια για έναν αγαπημένο άνθρωπο μπορεί να περιέχει διορατικότητα, αλλά και αξίωση κηδεμονίας. Αντίστοιχα, οι κακές σχέσεις του Αβραμίδη με την αδελφή του Αναστασία υπονομεύουν την καθησυχαστική ιδέα ότι η συγγένεια συνεπάγεται οικειότητα. Η οικογένεια διατηρεί συχνά ανοιχτούς λογαριασμούς ακριβώς επειδή θεωρεί αυτονόητο πως οι δικοί της άνθρωποι θα εξακολουθούν να ανέχονται όσα τους πληγώνουν. Η Λαμπρινή Σωτηρίου, νεαρή ακροάτρια των διαλέξεων και επίμονη επισκέπτρια της βιβλιοθήκης του, μεταφέρει την ένταση στο πεδίο της πνευματικής γοητείας. Ο θαυμασμός προς τον δάσκαλο μπορεί να γίνει αναζήτηση αναγνώρισης, ανάγκη συμμετοχής σε έναν κόσμο που μοιάζει ανώτερος και απρόσιτος. Ακόμη και ο απαξιωτικός χαρακτηρισμός της ως προσκολλημένης απαιτεί επιφύλαξη: ποιος τον διατυπώνει και ποια παρουσία ενοχλείται από την επιμονή της; Ο Χάρης Κομνηνός, πρώην σύντροφος της Ελισάβετ, συμπληρώνει το πλέγμα ως ζωντανή υπενθύμιση ότι το ερωτικό παρελθόν δεν παύει να δρα επειδή άλλαξε η οικογενειακή κατάσταση. Η αστυνόμος Λέλα Δεκρή καλείται, επομένως, να ξεχωρίσει την αποδεικτική ένδειξη από την κοινωνική προκατάληψη. Η αντιπάθεια δεν αποτελεί τεκμήριο ενοχής, ούτε η εξάρτηση απόδειξη αφοσίωσης. Εδώ βρίσκεται μια γόνιμη δυνατότητα της αστυνομικής δραματουργίας: αναγκάζει τον θεατή να παρατηρήσει πόσο εύκολα καταδικάζει χαρακτήρες προτού εξετάσει πράξεις. Χωρίς ασφαλή χρονολόγηση της δράσης, η κοινωνική της βάση αναγνωρίζεται στις ιεραρχίες του αστικού σπιτιού, στο γόητρο του πανεπιστημιακού τίτλου και στη διαφορετική βαρύτητα που αποδίδεται στις φωνές εργοδότη, συζύγου, φοιτήτριας και εργαζόμενης. Η σοφίτα και η βιβλιοθήκη προσφέρονται έτσι για μια ανάγνωση της απόστασης: ο άνθρωπος των ιδεών μπορεί να κατοικεί ψηλότερα από τους άλλους και συγχρόνως μακρύτερα από τις ανάγκες τους. Διαβάζω τον τίτλο Σάρκες ως πρόκληση απέναντι στις εξιδανικεύσεις. Κάτω από αξιώματα, δεσμούς και αξιοπρεπείς προσφωνήσεις επιμένουν σώματα που επιθυμούν, φοβούνται, γερνούν και διεκδικούν. Σήμερα, όταν η δημόσια υπόληψη εξακολουθεί συχνά να προεξοφλεί την προσωπική αθωότητα, αυτή η αφετηρία παραμένει αιχμηρή. Το κύρος χρειάζεται έλεγχο, ακριβώς επειδή παράγει εμπιστοσύνη. Για μένα, η ισχυρότερη υπόσχεση του έργου βρίσκεται σε αυτή τη δυσάρεστη εγγύτητα ανάμεσα στην καλλιέργεια και στην ανθρώπινη ανεπάρκεια. Μια γεμάτη βιβλιοθήκη δεν πιστοποιεί γενναιοδωρία ψυχής. Η αποκάλυψη του δολοφόνου μπορεί να κλείσει την υπόθεση· η ευθύνη, όμως, αρχίζει πολύ πριν από το έγκλημα, στον τρόπο με τον οποίο επιτρέπουμε στον εαυτό μας να μεταχειρίζεται τους άλλους. Σκηνοθεσία: Ξένιος Ξενοφώντος Ακούγονται οι ηθοποιοί: Έλενα Δημητρίου, Νάντια Χαραλάμπους, Γαλάτεια Ζήνωνος, Γιώργος Μουσκοβίας, Χαρά Μιχαήλ, Ιωάννα Σαφκάλη, Έλενα Χριστοφή, Σώτος Σταυράκης, Κίμωνας Αποστολόπουλος © Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρονομιάς 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖
Η καλοσύνη μπορεί να γίνει ύποπτη όταν συναντά ανθρώπους μαθημένους να πληρώνουν κάθε τρυφερότητα. Στη Μαριμπέλ και η παράξενη οικογένεια, ο Μιγκέλ Μιούρα στήνει μια κωμωδία όπου η ευγένεια προκαλεί μεγαλύτερη αναστάτωση από την προσβολή. Μια γυναίκα προετοιμασμένη να υπερασπιστεί τον εαυτό της βρίσκεται ξαφνικά χωρίς αντίπαλο. Κι εκεί αρχίζει η αληθινή της περιπέτεια. Το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε στη Μαδρίτη το 1959 και συνδέθηκε με το Εθνικό Βραβείο Θεάτρου του συγγραφέα. Στην Ισπανία του Φράνκο, όπου η δημόσια ηθική περιφρουρούσε αυστηρά την οικογενειακή ευπρέπεια, η είσοδος μιας πόρνης στο αστικό σαλόνι αποκτούσε ιδιαίτερη αιχμή. Ο Μιούρα μεταφέρει τη σύγκρουση στο πεδίο της φιλοξενίας: ποιον δεχόμαστε στο σπίτι μας και πόσα απαιτούμε να αποκηρύξει για να καθίσει δίπλα μας; Ο Μαρσελίνο, συνεσταλμένος επαρχιώτης και ιδιοκτήτης σοκολατοποιίας, γνωρίζει τη Μαριμπέλ και την παρουσιάζει στη μητέρα και στη θεία του ως υποψήφια σύζυγο. Εκείνη αναγνωρίζει αρχικά έναν πελάτη· εκείνος βλέπει μια σύντροφο. Η ασυμφωνία γεννά την κωμωδία, αλλά συγχρόνως αποκαλύπτει δύο διαφορετικές γλώσσες επιθυμίας. Στη μία, η συνάντηση έχει τίμημα και διάρκεια. Στην άλλη, διεκδικεί συνέχεια, οικειότητα, κοινό μέλλον. Η Μαριμπέλ είναι το ουσιαστικό δραματικό κέντρο. Η νευρικότητα, η προκλητική ομιλία, η ετοιμότητά της να υποψιαστεί αποτελούν τρόπους αυτοπροστασίας. Έχει μάθει να προβλέπει την περιφρόνηση, ώστε να μη βρεθεί απροετοίμαστη μπροστά της. Όταν οι δύο ηλικιωμένες κυρίες την υποδέχονται αβίαστα, η άμυνά της χάνει τον προορισμό της. Το δύσκολο είναι πλέον να πιστέψει πως η αποδοχή μπορεί να μη συνοδεύεται από κρυφό λογαριασμό. Ο Μαρσελίνο, από την πλευρά του, αποκτά ενδιαφέρον ακριβώς επειδή η συστολή του δεν ακυρώνει την επιθυμία του. Μέσα στη σκιά της χαμένης πρώτης συζύγου, αναζητεί τη δυνατότητα να ξαναρχίσει. Ωστόσο, χρειάζεται προσοχή στην εξιδανίκευσή του: η αγάπη γίνεται ηθικά ουσιαστική όταν αναγνωρίζει την αυτονομία του άλλου. Η Μαριμπέλ δεν οφείλει ευγνωμοσύνη επειδή κάποιος την επέλεξε. Δικαιούται και η ίδια να επιλέξει. Η Ματίλντε και η Πάουλα ανατρέπουν την αναμενόμενη λειτουργία της οικογενειακής εξουσίας. Αντί να εξετάζουν γενεαλογίες και πιστοποιητικά αρετής, προσφέρουν θέση στο τραπέζι. Η άγνοιά τους για το επάγγελμα της επισκέπτριας δημιουργεί, εντούτοις, μια γόνιμη αμφισημία: πόσο θα άντεχε αυτή η ανεπιφύλακτη τρυφερότητα μπροστά στην πλήρη γνώση; Η κωμωδία μάς επιτρέπει να αγαπήσουμε την αθωότητά τους, χωρίς να λύνει αυτομάτως κάθε ηθική δυσκολία. Οι φίλες της Μαριμπέλ εισάγουν την αντίθετη εμπειρία. Η καχυποψία τους πηγάζει από έναν κόσμο όπου η εμπιστοσύνη κοστίζει. Ο θάνατος της πρώτης συζύγου του Μαρσελίνο τροφοδοτεί υποψίες εγκλήματος και η προστατευτική τους αγωνία μετατρέπει την οικογενειακή επίσκεψη σε κωμικό θρίλερ. Το εύρημα είναι δραματουργικά εύστοχο: ο ίδιος λόγος, η ίδια χειρονομία, ακούγονται καθησυχαστικά ή απειλητικά ανάλογα με τον φόβο εκείνου που τα ερμηνεύει. Εδώ βρίσκεται και η συγγένεια του Μιούρα με το παράλογο: στην ανατροπή της καθημερινής λογικής μέσω του διαλόγου και της παρεξήγησης. Το γέλιο προκύπτει από την απόσταση ανάμεσα σε όσα συμβαίνουν και σε όσα πιστεύουν οι ήρωες ότι συμβαίνουν. Η τρυφερότητα συγκρατεί τη φάρσα· η υποψία εμποδίζει την τρυφερότητα να γίνει ζαχαρωμένη ευκολία. Για μένα, η σημερινή δύναμη του έργου βρίσκεται σε μια απαραίτητη επιφύλαξη απέναντι στη μεταμόρφωση της ηρωίδας. Αν η αξιοπρέπειά της εξαρτηθεί από το ντύσιμο, τη γλώσσα ή τον γάμο της, η προκατάληψη επιστρέφει μεταμφιεσμένη σε ευτυχισμένο τέλος. Στην εποχή της ψηφιακής διαπόμπευσης, αυτή η διάκριση παραμένει καίρια: η αποδοχή δοκιμάζεται όταν γνωρίζει το παρελθόν. Η Μαριμπέλ αξίζει σεβασμό προτού γίνει αποδεκτή νύφη. Και η καλοσύνη αποκτά το πλήρες βάρος της όταν παύει να ζητά από τον άνθρωπο να γίνει άλλος για να δικαιούται αγάπη. Ηχογράφηση: 1969 Μετάφραση και ραδιοφωνική προσαρμογή: Ιουλία Ιατρίδου Ραδιοσκηνοθεσία: Γρηγόρης Μασαλάς Ακούγονται οι ηθοποιοί: Μαργαρίτα Λαμπρινού, Στράτος Παχής, Ντίνα Γιαννακού, Άννα Παϊταζή, Γιάννης Φέρτης, Γκέλλη Μαυροπούλου, Θόδωρος Κατσαδράμης, Αγνή Βλάχου, Ελένη Ερήμου © Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρονομιάς 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖
Το πιο ασφυκτικό χρέος δεν καταγράφεται πάντοτε σε λογιστικά βιβλία. Μπορεί να εγκαθίσταται στη συνείδηση, να απαιτεί καθημερινή υποταγή και να αποκαλείται ευγνωμοσύνη. Στη Μια Περίεργη Εξαφάνιση, ο Ζωρζ Νεβέ τοποθετεί την καλοσύνη στο εδώλιο, εξετάζοντας τη στιγμή που το απλωμένο χέρι αρχίζει να καθορίζει τη ζωή εκείνου που το χρειάστηκε. Στην ευυπόληπτη πανσιόν του Μπουζιβάλ, η Πρωτοχρονιά ξημερώνει με έναν ένοικο λιγότερο. Ο κύριος Φλεριό, ηλικιωμένος και υποδειγματικά φιλάνθρωπος, έχει εξαφανιστεί. Ο επιθεωρητής που αναλαμβάνει την υπόθεση συναντά αρχικά μια αξιοθαύμαστη ομοφωνία: ο αγνοούμενος πλήρωνε ενοίκια, αγόραζε φάρμακα, ανακούφιζε στερήσεις. Ωστόσο, αυτή η σχεδόν τελετουργική αγιοποίησή του γίνεται η πρώτη εστία δυσφορίας. Όταν όλοι επαναλαμβάνουν πόσο καλός ήταν κάποιος, ο δραματουργός μάς καλεί να ακούσουμε όσα δυσκολεύονται να ομολογήσουν. Η αστυνομική έρευνα προσφέρει το δραματουργικό πλαίσιο για μια βαθύτερη εξέταση της εξάρτησης. Κάθε κατάθεση μεταβάλλει αναδρομικά τη σημασία μιας χειρονομίας. Το δάνειο γίνεται δικαίωμα παρέμβασης, η προστασία επιτήρηση, η συμπαράσταση απαίτηση συμμόρφωσης. Η ένταση γεννιέται από αυτή τη μετατόπιση: οι πράξεις παραμένουν ίδιες, αλλά αποκαλύπτεται το τίμημά τους. Το ενδιαφέρον μεταφέρεται σταδιακά από την τύχη του εξαφανισμένου στον τρόπο με τον οποίο κατοικούσε μέσα στις ζωές των άλλων. Απών από τη σκηνική συνάντηση, ο Φλεριό δεσπόζει στις συνειδήσεις. Η δραματουργική ισχύς του βρίσκεται ακριβώς εκεί: οι ένοικοι εξακολουθούν να λογοδοτούν στον άνθρωπο που λείπει. Η συμπεριφορά του προσφέρεται για μια ψυχολογική ανάγνωση της ανάγκης να είναι κανείς αναντικατάστατος. Εφόσον οι άλλοι παραμένουν αδύναμοι, η θέση του ευεργέτη διασφαλίζεται. Η χειραφέτησή τους θα σήμαινε απώλεια επιρροής, ίσως και κατάρρευση της ταυτότητας που οικοδόμησε γύρω από τη χρησιμότητά του. Οι ένοικοι, όμως, δεν εξαντλούνται στον ρόλο του αθώου θύματος. Χρειάστηκαν τη βοήθεια, την αποδέχθηκαν, πιθανόν ανέβαλαν τη σύγκρουση επειδή φοβήθηκαν το κόστος της ανεξαρτησίας. Η ευγνωμοσύνη τους συνυπάρχει με την ταπείνωση, η ανακούφιση με την οργή. Αυτή η συναισθηματική αμφιθυμία δίνει στο έργο ανθρώπινο βάθος. Το μίσος τους γίνεται κατανοητό χωρίς να αποκτά αυτομάτως ηθική νομιμοποίηση. Η καταπίεση εξηγεί μια επιθυμία εκδίκησης· δεν αθωώνει κάθε πράξη που μπορεί να γεννηθεί από αυτήν. Ο επιθεωρητής λειτουργεί ως αντίπαλος της συλλογικής ευπρέπειας. Με τις ερωτήσεις του διακόπτει το βολικό εγκώμιο και αναγκάζει κάθε πρόσωπο να αναλάβει την προσωπική του αλήθεια. Η ανάκριση αποκτά έτσι διπλή κατεύθυνση: αναζητεί γεγονότα και αποκαλύπτει αυτοδικαιολογήσεις. Παράλληλα, το μαύρο χιούμορ αναδύεται από την απόσταση ανάμεσα στους καλούς τρόπους και στα ανείπωτα αισθήματα. Πίσω από τις προσεκτικές διατυπώσεις, ο ακροατής αισθάνεται την αγριότητα που η κοινωνική αγωγή έχει μάθει να συγκαλύπτει. Ο πρωτότυπος τίτλος, Le Vampire de Bougival, φωτίζει εύστοχα αυτή τη σχέση συναισθηματικής απομύζησης. Το μονόπρακτο μεταδόθηκε από τη γαλλική ραδιοφωνία το 1959 και δημοσιεύθηκε το 1961. Η ραδιοφωνική του καταγωγή ενισχύει το ενδιαφέρον για τη δύναμη της κατάθεσης: ο απόντας αποκτά υπόσταση μέσα από ξένες φωνές, επιφυλάξεις και αντιφάσεις. Association de la Régie Théâtrale Στον μεταπολεμικό κοινωνικό ορίζοντα, η πανσιόν μπορεί να διαβαστεί ως χώρος επισφαλούς αξιοπρέπειας, όπου η οικονομική ανάγκη παραχωρεί επικίνδυνα προνόμια σε όποιον διαθέτει χρήματα. Εδώ εντοπίζω την οξύτερη αιχμή του έργου. Η φιλανθρωπία γίνεται προβληματική όταν ο δωρητής κρατά για τον εαυτό του το δικαίωμα να ορίζει τον αποδέκτη. Η ανάγκη για φάρμακα ή στέγη δεν αποτελεί συναίνεση στην κατάργηση της ιδιωτικής ζωής. Η πραγματική προσφορά οφείλει να αντέχει την αντίρρηση, την απομάκρυνση, ακόμη και την απουσία ανταπόδοσης. Διαφορετικά, η γενναιοδωρία μετατρέπεται σε επένδυση επάνω στην ελευθερία ενός ανθρώπου. Σήμερα, αυτή η συναλλαγή αναγνωρίζεται σε οικογένειες, επαγγελματικές σχέσεις και προσωπικούς δεσμούς: κάποιος προσφέρει και αργότερα επιστρατεύει την προσφορά ως επιχείρημα υπακοής. Το έργο μάς ζητά να διακρίνουμε την ευθύνη από την ενοχή και την ευγνωμοσύνη από την ισόβια υποχρέωση. Η πιο δύσκολη άρνηση απευθύνεται συχνά σε εκείνον που κάποτε μας έσωσε. Η αξία του Νεβέ βρίσκεται στην αμηχανία που αφήνει αυτή η αναγνώριση. Ο θεατής χρειάζεται να εξετάσει τόσο τον δικό του τρόπο να δέχεται όσο και τον τρόπο να προσφέρει. Γιατί η ηθική δοκιμασία της βοήθειας έρχεται όταν ο άλλος μπορεί πια να σταθεί μόνος του. Τότε αποκαλύπτεται αν αγαπήσαμε την ανάστησή του ή την ανάγκη του να μας χρειάζεται. Λαμβάνουν μέρος οι ηθοποιοί: Γιώργος Μιχαλακόπουλος, Μάρθα Βούρτση, Κώστας Λιώτσης, Κατερίνα Βασιλάκου, Ζωή Φυτούση Πάνος Αναστασόπουλος, Δημήτρης Πιατάς, Δημήτρης Παπαγιάννης Ραδιοσκηνοθεσία: Μιχάλης Παπανικολάου Μουσική επιμέλεια: Ανακρέων Παπαγεωργίου Επιμέλεια ήχων: Γίτσα Βαλμά Τεχνική επιμέλεια: Βασίλης Καρράς © Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρονομιάς 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖
Ο διάβολος γέρασε· η ανθρώπινη δίψα όχι. Στον δικό του Φάουστ, ο Πολ Βαλερί μεταφέρει το δράμα από την εξαγορά της ψυχής στην αδυναμία της συνείδησης να αρκεστεί στον εαυτό της. Το τρομερό εδώ δεν είναι ότι ο άνθρωπος παραδίδεται στον πειρασμό, αλλά ότι μπορεί να γνωρίζει τα πάντα και να έχει ξεχάσει πώς να ζει. Η σκέψη ανεβαίνει στη σκηνή και συναντά εκείνο που δεν υπακούει στα επιχειρήματά της: την επιθυμία. Αρχισμένο το 1940, μέσα στην ευρωπαϊκή κατάρρευση, το Mon Faust αποτελείται από δύο ημιτελή δραματικά μέρη: τη Lust ή Η δεσποινίς από κρύσταλλο και τον Μοναχικό ή Οι κατάρες του σύμπαντος. Δεν συνεχίζει απλώς τον Γκαίτε. Διεκδικεί έναν προσωπικό Φάουστ, όπου η φιλοδοξία της καθολικής γνώσης αναμετριέται με την κόπωση του πολιτισμού. Το ανολοκλήρωτο είναι πραγματικό γνώρισμα της σύνθεσης· στην ανάγνωση, όμως, αποκτά και δραματική σημασία: καμία τελική απάντηση δεν σφραγίζει τη διαμάχη. Στη Lust, ο Φάουστ υπαγορεύει στη νεαρή γραμματέα του ένα έργο που φιλοδοξεί να συγκεντρώσει την ύπαρξη και τη σκέψη του. Θέλει να μετατρέψει όσα έζησε σε συνείδηση, να αποκτήσει ακόμη και πάνω στο παρελθόν του την τελευταία λέξη. Ο Μεφιστοφελής επιστρέφει, αλλά συναντά έναν άνθρωπο που αντιμετωπίζει τις παλιές διαβολικές τέχνες ως ξεπερασμένη τεχνολογία. Η σχέση τους αντιστρέφεται ειρωνικά: ο πειραστής χρειάζεται ενημέρωση από εκείνον που υποτίθεται πως θα παραπλανούσε. Αυτή η ανατροπή είναι περισσότερο από ευφυολόγημα. Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει πολλαπλασιάσει τόσο τις δυνατότητές του, ώστε ο παραδοσιακός διάβολος δυσκολεύεται να τον εντυπωσιάσει. Στο ιστορικό βάθος του πολέμου, η ειρωνεία σκοτεινιάζει: η επιστημονική ισχύς δεν εγγυάται ηθική ωριμότητα. Ο Μεφιστοφελής γίνεται κωμικός χωρίς να γίνεται ακίνδυνος. Η ψυχολογική του οξύτητα επιμένει εκεί όπου η γνώση του υστερεί: στη ματαιοδοξία, στην επιθυμία, στην ανάγκη του ανθρώπου να εξαπατά τον εαυτό του. Ο Φάουστ, αντίστοιχα, δεν εξαντλείται στην υπεροψία του σοφού. Κάτω από την πνευματική του κυριαρχία διακρίνω τον φόβο της εξάρτησης. Αναλύοντας ένα συναίσθημα, μπορεί να το κρατήσει σε απόσταση· αγαπώντας, διακινδυνεύει να χάσει τον έλεγχο. Η επιθυμία για τρυφερότητα συγκρούεται με την άρνηση να παραδοθεί στον έρωτα. Ο ψυχικός του διχασμός είναι οδυνηρά αναγνωρίσιμος: ζητά την παρουσία του άλλου, αλλά φοβάται τις αξιώσεις που αυτή η παρουσία θα αποκτήσει επάνω του. Η Λυστ δεν είναι απλό έπαθλο ούτε διακοσμητική νεότητα πλάι στον κουρασμένο στοχαστή. Ακούει, ρωτά, επιθυμεί και μεταβάλλει τη θερμοκρασία του λόγου. Το όνομά της φέρει στα γερμανικά τη σημασία της επιθυμίας και της ευχαρίστησης· η παρουσία της, όμως, υπερβαίνει το σύμβολο. Στη σκηνή του κήπου, η αίσθηση της ζωντανής ύπαρξης και μια χειρονομία εγγύτητας αναστέλλουν στιγμιαία την αυτάρκεια του Φάουστ. Η επιστροφή του στην υπαγόρευση πονά ακριβώς επειδή προηγήθηκε η δυνατότητα της συνάντησης. Στον Μοναχικό, η αναμέτρηση αλλάζει υψόμετρο. Ο Φάουστ συναντά μια μορφή ακραίας άρνησης, που στρέφεται εναντίον της ύπαρξης συνολικά. Ο Μεφιστοφελής θέλει ακόμη να παίζει με τον κόσμο· ο Μοναχικός αμφισβητεί την αξία του ίδιου του παιχνιδιού. Εδώ η απομόνωση αγγίζει το όριό της: η διάνοια, όταν δεν ανέχεται τίποτε έξω από την κρίση της, κινδυνεύει να καταδικάσει μαζί με τις αυταπάτες και κάθε δυνατότητα νοήματος. Η δραματουργία του Βαλερί απαιτεί εγρήγορση. Η εξωτερική δράση υποχωρεί μπροστά στις μετατοπίσεις της σκέψης, και η πυκνότητα του διαλόγου μπορεί να ψυχράνει όποιον περιμένει αδιάκοπο συμβάν. Ωστόσο, η σκηνική της ενέργεια βρίσκεται ακριβώς στις αλλαγές εξουσίας ανάμεσα στις φωνές, στην ειρωνεία που υπονομεύει μια βεβαιότητα, στην τρυφερότητα που διακόπτει έναν συλλογισμό. Στην ακρόαση, αυτή η πάλη ζητά παύσεις και αποχρώσεις, ώστε η ιδέα να αποκτήσει ανθρώπινη αναπνοή. Σήμερα, ανάμεσα στην τεχνητή νοημοσύνη, στη συσσώρευση πληροφοριών και στη διαρκή αυτοπαρουσίαση, ο Φάουστ μάς αφορά ανησυχητικά. Μπορούμε να οργανώνουμε την εικόνα μας και να αποφεύγουμε τη συνάντηση, να διαθέτουμε απαντήσεις και να δυσκολευόμαστε να ακούσουμε. Για μένα, η βαθύτερη δύναμη του έργου βρίσκεται στην έκθεση αυτής της αδυναμίας, χωρίς εύκολη καταδίκη της γνώσης. Η σκέψη έχει μεγαλείο, αλλά δεν απαλλάσσει από την ευθύνη απέναντι στον άλλον. Κι αν η ψυχή κινδυνεύει εδώ, είναι και επειδή μπορεί να προστατευτεί τόσο επιμελώς, ώστε να μη δεχτεί ποτέ κανέναν. Σκηνοθεσία: Μιχάλης Μπούχλης Ακούγονται οι ηθοποιοί: Νίκος Τζόγιας, Βύρων Πάλλης, Μάρω Κοντού, Αντώνης Αντωνίου, Πέτρος Λεοκράτης, Καίτη Τριανταφύλλου, Μιχάλης Μαραγκάκης, Σωτήρης ΜουστάκαςΣκηνοθεσία: Μιχάλης Μπούχλης Ακούγονται οι ηθοποιοί: Νίκος Τζόγιας, Βύρων Πάλλης, Μάρω Κοντού, Αντώνης Αντωνίου, Πέτρος Λεοκράτης, Καίτη Τριανταφύλλου, Μιχάλης Μαραγκάκης, Σωτήρης Μουστάκας © Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρονομιάς 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖
Ένα γράμμα ξεχασμένο, ένας φάκελος με πέντε κουκούτσια: τόσο λίγο υλικό χρειάζεται για να καταρρεύσει η ανθρώπινη ασφάλεια. Στο Χαμένο γράμμα του Πολ Βάντενμπεργκ και στα Πέντε κουκούτσια πορτοκαλιού του Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, η αλληλογραφία παύει να μεταφέρει απλώς ειδήσεις. Μεταφέρει την απαίτηση ενός παρελθόντος που δεν δέχεται να παραμείνει θαμμένο. Το πρώτο έργο οδηγεί στη δίκη της συνείδησης· το δεύτερο, στην οδυνηρή αναμέτρηση της ευφυΐας με την καθυστερημένη δράση. Στο Χαμένο γράμμα, ο διακεκριμένος νομικός Πιερ Μάρτι επιστρέφει στην οικογενειακή εστία έχοντας αποτύχει να αποτρέψει την καταδίκη μιας γυναίκας για φόνο. Η επαγγελματική ήττα έχει ήδη κλονίσει την αυτοπεποίθησή του. Η εμφάνιση μιας ξεχασμένης επιστολής μεταφέρει τώρα την ανάκριση στο ίδιο του το σπίτι. Εκείνος που συνήθισε να υπερασπίζεται άλλους καλείται να εξετάσει τις δικές του παραλείψεις. Η δραματουργική δύναμη του Βάντενμπεργκ βρίσκεται στη μεταβολή της θέσης του ήρωα. Ο Πιερ διαθέτει τη γλώσσα του νόμου, αλλά δυσκολεύεται να κατανοήσει τη γλώσσα της πληγωμένης οικειότητας. Μπορεί να αναγνωρίζει μια επιβαρυντική κατάθεση, όχι όμως εξίσου εύκολα μια χρόνια συναισθηματική εγκατάλειψη. Η δημόσια επιτυχία του αποκτά διαφορετικό βάρος όταν εξεταστεί από τη σκοπιά όσων έζησαν δίπλα του περιμένοντας προσοχή. Η οικογενειακή σιωπή αποκαλύπτεται ως αποτέλεσμα εξάρτησης, φόβου και προσαρμογής στην εξουσία του αξιοσέβαστου άνδρα. Στον μεταπολεμικό αστικό κόσμο που αποτυπώνει το έργο, η υπόληψη συχνά προηγείται της ειλικρίνειας. Το σπίτι διατηρεί την τάξη του με τίμημα την αποσιώπηση της δυστυχίας. Το γράμμα διαταράσσει αυτή τη συμφωνία και προσφέρει στα παραμερισμένα αισθήματα τη δυνατότητα να ακουστούν. Στα Πέντε κουκούτσια πορτοκαλιού, η επιστολή ενεργεί αντίστροφα: επιβάλλει τον τρόμο. Ο νεαρός Τζον Όπενσοου προσφεύγει στον Σέρλοκ Χολμς όταν λαμβάνει την προειδοποίηση που είχε προηγηθεί των θανάτων του θείου και του πατέρα του. Τα αρχικά K.K.K. συνδέουν την οικογενειακή συμφορά με την Κου Κλουξ Κλαν και με το αμερικανικό παρελθόν του θείου του, Ελάιας. Ο τίτλος συμπυκνώνει τη μέθοδο του εκφοβισμού. Μέσα στην ιστορία, οι πέντε μικροί σπόροι αποτελούν κωδικοποιημένη απειλή, μετατρέποντας ένα καθημερινό αντικείμενο σε προαναγγελία θανάτου. Η φρίκη γεννιέται από τη δυσαναλογία ανάμεσα στην ασημαντότητα του περιεχομένου και στη βαρύτητα του μηνύματος. Ο αριθμός πέντε δεν χρειάζεται αυθαίρετη μυστικιστική ερμηνεία για να λειτουργήσει δραματικά. Ο Χολμς αντιλαμβάνεται τον μηχανισμό, αλλά δεν προλαβαίνει να προστατεύσει τον άνθρωπο που ζήτησε βοήθεια. Εδώ η αναλυτική υπεροχή αποχωρίζεται την αποτελεσματικότητα. Η λύση του αινίγματος δεν αποκαθιστά τη ζωή του Όπενσοου. Ο Γουότσον, καταγράφοντας αυτή την αποτυχία, διασώζει την ανθρώπινη διάσταση ενός ντετέκτιβ που η φήμη του κινδυνεύει συχνά να μετατρέψει σε αλάνθαστη μηχανή. Το ναυάγιο του πλοίου των υπόπτων αφήνει την ανθρώπινη δικαιοσύνη χωρίς τελική αναμέτρηση. Η θύελλα μπορεί να διαβαστεί ως αφηγηματική ανταπόδοση, δύσκολα όμως προσφέρει ουσιαστική επανόρθωση. Η οργανωμένη ρατσιστική βία έχει ήδη επιτύχει τον σκοπό της. Κι ο νεαρός πληρώνει ένα παρελθόν που δεν επέλεξε. Για μένα, η συνάντηση των δύο έργων φωτίζει δύο διαφορετικές μορφές ευθύνης. Ο Πιερ δοκιμάζεται επειδή δεν άκουσε αρκετά· ο Χολμς επειδή η κατανόηση δεν έγινε εγκαίρως προστασία. Δεν εξισώνονται η οικογενειακή αμέλεια και το οργανωμένο έγκλημα. Συγγενεύει όμως η τραγική απόσταση ανάμεσα στην αποκάλυψη και στη δυνατότητα επανόρθωσης. Σήμερα, ανάμεσα σε αναπάντητα μηνύματα και απειλές που κυκλοφορούν στις οθόνες, αυτή η απόσταση παραμένει οδυνηρά αναγνωρίσιμη. Η επικοινωνία πληθαίνει, ενώ η προσοχή συχνά λιγοστεύει. Τα δύο έργα απαιτούν να διαβάζουμε και την ανθρώπινη ανάγκη πίσω από τις λέξεις. Γιατί η αλήθεια που αναγνωρίζεται αργά μπορεί να εξηγήσει την καταστροφή, αλλά δεν αρκεί για να τη σταματήσει. Πέντε κουκούτσια πορτοκαλιού του Άρθουρ Κόναν Ντόιλ Ραδιοφωνική προσαρμογή: Δημήτρης Δούσης Ραδιοσκηνοθεσία: Μάριος Ρετσίλας Ακούγονται οι ηθοποιοί: Μάνος Τσιλιμίδης, Ορφέας Ζάχος, Νίκος Λυκομήτρος Σέρλοκ Χολμς: Ανδρέας Μπάρκουλης Δόκτωρ Ουότσον: Γιώργος Μοσχίδης Το χαμένο γράμμα του Πoλ Βάντενμπεργκ Συντελεστές.. Συγγραφέας.. Πολ Βάντενμπεργκ (Paul Vandenberghe) Μετάφραση & Ραδιοφωνική Διασκευή.. Αντώνης Θεοδωριάδης Ραδιοσκηνοθεσία.. Στέλιος Παπαδάκης Έτος Ηχογράφησης.. 1980 Ακούγονται οι ηθοποιοί (με αλφαβητική σειρά).. Γρηγόρης Βαφιάς.. Δήμητρα Δημητριάδου.. Χρήστος Κωνσταντόπουλος.. Μιράντα Μυράτ.. Μαρία Σκούντζου.. Θόδωρος Συριώτης. © Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρονομιάς 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖
Ο πιο ανελέητος ανακριτής κατοικεί συχνά μέσα στον φοβισμένο άνθρωπο. Στον Λαβύρινθο του Αλφρέντο Μπαλντούτσι, δύο άγνωστοι συναντιούνται σε μια αποθήκη και, προτού προλάβουν να γνωριστούν, αρχίζουν να δικάζουν ο ένας τον άλλον. Οι λέξεις τους στήνουν κατηγορητήρια, επινοούν κίνητρα, μετατρέπουν την πιθανότητα σε απειλή. Κάθε απάντηση, αντί να ανοίγει μια έξοδο, προσθέτει ακόμη έναν διάδρομο στην αγωνία. Η σκηνική οικονομία είναι αυστηρή: παρατημένα αντικείμενα, ένα τραπέζι, καρέκλες, σιδηροδρομικές γραμμές έξω από το παράθυρο. Ο χώρος προορίζεται για προσωρινή παραμονή, όμως αποκτά το βάρος μιας ολόκληρης ζωής που αδυνατεί να προχωρήσει. Η εγκατάλειψη των πραγμάτων υποβάλλει την εγκατάλειψη των ανθρώπων. Και η γειτονική γραμμή υπόσχεται διαρκώς μετακίνηση, ενώ εκείνοι καθηλώνονται στις ερμηνείες τους. Η έξοδος βρίσκεται κοντά· η δυνατότητα να τη χρησιμοποιήσουν απομακρύνεται. Η Εύα και ο Σιγκ συγκροτούν ένα ζεύγος ασταθούς εξουσίας. Εκείνος αναζητεί νερό για το αυτοκίνητό του μέσα στον καύσωνα, εκείνη παραμένει μια παρουσία που προκαλεί ερωτήματα. Σύντομα, η συνάντηση οργανώνεται γύρω από υποψίες και υποθετικές ενοχές. Το αποφασιστικό δραματουργικό εύρημα βρίσκεται στη μεταβολή της θέσης τους: όποιος ζητεί εξηγήσεις μπορεί να βρεθεί αναγκασμένος να απολογηθεί. Η ανάκριση γίνεται ο μοναδικός τρόπος επαφής που αντέχουν. Ψυχολογικά, ο Σιγκ επιχειρεί να αντιμετωπίσει την αβεβαιότητα ελέγχοντας τον συνομιλητή του. Η ευφυΐα του αποκτά επιθετική λειτουργία: μια πειστική ερμηνεία τού προσφέρει στιγμιαία υπεροχή απέναντι στο άγνωστο. Η Εύα, ωστόσο, δεν εξαντλείται στην παθητικότητα του φόβου. Ακούει, αντιδρά, ανακτά έδαφος, επιστρέφει την πίεση. Η ευάλωτη θέση της γίνεται γνώση του τρόπου με τον οποίο ασκείται η κυριαρχία. Χωρίς εύκολες ψυχιατρικές ετικέτες, μπορούμε να αναγνωρίσουμε έναν μηχανισμό προβολής: αποδίδοντας στον άλλον απειλητικές προθέσεις, καθένας προσπαθεί να δώσει εξωτερικό σχήμα στη δική του ανασφάλεια. Η θεατρική δύναμη αυτής της κατασκευής εξαρτάται από τις διακυμάνσεις της. Η κυκλικότητα κινδυνεύει να γίνει διανοητική άσκηση όταν κάθε ανατροπή αντιμετωπίζεται σαν επίδειξη επιδεξιότητας. Αποκτά, όμως, σάρκα όταν αισθανόμαστε το κόστος της: την ταπείνωση, την εξάντληση, την ανάγκη να πιστέψεις κάποιον ενώ τον φοβάσαι. Εδώ απαιτούνται ερμηνείες που θα αφήνουν τη σκέψη να ακούγεται ως τραύμα εν εξελίξει. Ιδίως στην ηχητική απόδοση, μια παύση μπορεί να ανατρέψει όσα μια ολόκληρη ομολογία φαινόταν να εξασφαλίζει. Η καταγραφή παράστασης στο Μιλάνο το 1984 τοποθετεί το έργο σε έναν ευρωπαϊκό ορίζοντα όπου οι υποσχέσεις συλλογικής ασφάλειας είχαν ήδη δοκιμαστεί σκληρά. it Χωρίς να μετατρέπεται σε χρονικό συγκεκριμένων γεγονότων, επιτρέπει μια κοινωνική ανάγνωση της δυσπιστίας: ο συνάνθρωπος αντιμετωπίζεται ως υπόθεση προς εξακρίβωση. Η συγγένεια με την πιραντελλική αβεβαιότητα και την υπαρξιακή δραματουργία φωτίζει αυτή την κρίση της γνώσης, χωρίς να χρειάζεται να θεωρήσουμε το έργο απλό παράγωγό τους. Ο Μπαλντούτσι δίνει στην αφηρημένη αμφιβολία σωματική θερμοκρασία και ανθρώπινη αγριότητα. Σήμερα, η ίδια διαδικασία εκτυλίσσεται με τρομακτική ευκολία στις δημόσιες συζητήσεις: μια εικόνα, μια φράση αποκομμένη, μια χειρονομία αρκούν για να κατασκευαστεί ένας ένοχος. Η συνοχή μιας ιστορίας συγχέεται με την εγκυρότητά της. Προσωπικά, εκεί εντοπίζω την αιχμή του έργου: στην ευχαρίστηση που μπορεί να αντλήσει ο άνθρωπος από μια κατηγορία, προτού αναρωτηθεί αν δικαιούται να την εκφέρει. Λίγο πριν από το τέλος, η αναγνώριση μιας πιθανής ειλικρίνειας αφήνει περιθώριο προσέγγισης. Η επιστροφή στην αρχική σκηνή, ωστόσο, θέτει αυτή την κατάκτηση ξανά υπό δοκιμασία. Για μένα, το ηθικό βάρος του Λαβυρίνθου βρίσκεται ακριβώς εδώ: η αβεβαιότητα δεν μας απαλλάσσει από την ευθύνη απέναντι στον άλλον. Όσο λιγότερα γνωρίζουμε, τόσο προσεκτικότερα οφείλουμε να τον αγγίζουμε με τις λέξεις μας. Σκηνοθεσία: Βίκτωρ Αρδίτης Ερμηνεύουν η Καριοφυλιά Καραμπέτη, Πέρης Μιχαηλίδης © Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρονομιάς 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖
Ένα ζεστό αυγουστιάτικο απόγευμα, δύο άνδρες σκύβουν πάνω από ένα τάβλι και επιχειρούν να ξαναμοιράσουν τη ζωή τους. Τα πούλια μετακινούνται ευκολότερα από την κοινωνική τους θέση, όμως η γλώσσα τους έχει ήδη κατακτήσει περιουσίες. Στο Τάβλι, ο Δημήτρης Κεχαΐδης συλλαμβάνει τη στιγμή όπου η ανάγκη γεννά το όνειρο και το όνειρο αρχίζει να διαπραγματεύεται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Ο Φώντας και ο Κόλιας, φίλοι και κουνιάδοι, επιστρέφουν μετά τη μεσημεριανή ανάπαυση στην τελετουργία του καφέ, της παρτίδας, της κουβέντας. Μέσα στην απογευματινή ακινησία, ο Φώντας ξετυλίγει ακόμη ένα σχέδιο πλουτισμού. Ο Κόλιας δυσπιστεί, αντιλέγει, παρασύρεται. Η εξωτερική δράση παραμένει περιορισμένη, αλλά η μεταξύ τους διαπραγμάτευση αποκτά σφοδρότητα σχεδόν πολεμική: κάθε επιχείρημα διεκδικεί έδαφος, κάθε υπόσχεση ζητά να παραμερίσει έναν ενδοιασμό. Πρωτοπαρουσιασμένο στο Θέατρο Τέχνης τον Φεβρουάριο του 1972, μέσα στη δικτατορία, σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν, με τον Νικήτα Τσακίρογλου και τον Γιάννη Μόρτζο, το έργο φωτίζει την ιδιωτική όψη μιας δημόσιας ασφυξίας. Η υπόσχεση της ευημερίας συνυπάρχει με τη στέρηση, ενώ η ατομική διαφυγή προσφέρεται ως υποκατάστατο συλλογικού ορίζοντα. Αυτή η ιστορική συνθήκη δίνει ιδιαίτερο βάρος στη λαχτάρα των δύο ανδρών να ξεφύγουν από τη θέση τους. Ο Φώντας ασκεί εξουσία μέσω της αφήγησης. Προτού αποκτήσει χρήματα, αποκτά ακροατή. Στήνει με τις λέξεις του έναν κόσμο στον οποίο η επιτυχία μοιάζει τόσο κοντινή, ώστε η αμφιβολία εμφανίζεται σχεδόν ως προσωπική προδοσία. Η ευρηματικότητά του λειτουργεί και ως ψυχική άμυνα: όσο επινοεί το επόμενο μεγάλο εγχείρημα, αναβάλλει την οδυνηρή αναμέτρηση με την αποτυχία. Χρειάζεται τον Κόλια για συνέταιρο, κυρίως όμως για μάρτυρα της υποτιθέμενης αξίας του. Ο Κόλιας, πρώην αντιστασιακός και τώρα λαχειοπώλης, κουβαλά το βάρος μιας ζωής που δεν δικαίωσε τις προσδοκίες της. Μπορούμε να διαβάσουμε τις αντιστάσεις του ως κατάλοιπα αξιοπρέπειας, αλλά και ως φόβο μιας καινούργιας διάψευσης. Η έλξη που του ασκεί ο Φώντας γίνεται έτσι περισσότερο οδυνηρή. Στην υπόσχεση του κέρδους ακούει μια υπόσχεση προσωπικής αποκατάστασης: ότι δεν τελείωσε ακόμη, ότι μπορεί επιτέλους να μετρήσει. Η ηθική δοκιμασία οξύνεται όταν το σχέδιο προϋποθέτει την εκμετάλλευση εξαθλιωμένων ανθρώπων από την Μπιάφρα και επιστρατεύει την Καλλιόπη, σύζυγο του Κόλια και αδελφή του Φώντα, ως μέσο εξασφάλισης χρημάτων. Η απούσα γυναίκα αποκτά αποφασιστική δραματουργική παρουσία: οι άνδρες σχεδιάζουν το μέλλον τους διαθέτοντας τη δική της ζωή. Η φτώχεια εξηγεί την αγωνία τους· η μετατροπή του άλλου σε εργαλείο αποκαλύπτει την ευθύνη τους. Εδώ βρίσκεται, για μένα, η σκληρότερη αλήθεια του έργου. Ο αδικημένος μπορεί να επιθυμήσει μια κοινωνία δικαιότερη, μπορεί όμως και να ονειρευτεί τον εαυτό του στη θέση εκείνου που αδικεί. Ο Κεχαΐδης παρακολουθεί αυτή τη μετατόπιση χωρίς να μετατρέπει τους ήρωές του σε τέρατα. Τους αφήνει οικείους, αστείους, ευάλωτους. Γι’ αυτό η ευθύνη τους μας πλησιάζει τόσο επικίνδυνα. Η θεατρική δύναμη γεννιέται από τη λειτουργία του προφορικού λόγου. Οι επαναλήψεις, οι υπεκφυγές, οι αιφνίδιες εξάρσεις και οι μικρές υποχωρήσεις συνθέτουν μια παρτιτούρα πειθούς. Το γέλιο ξεσπά εκεί όπου η βεβαιότητα περισσεύει και το έδαφος λείπει. Στην ηχητική ακρόαση, αυτή η γραφή ζητά ιδιαίτερη εγρήγορση: η μεταβολή μιας πρόθεσης, το βάρος μιας παύσης, η βιασύνη μιας απάντησης μπορούν να αποκαλύψουν ολόκληρο τον συσχετισμό δυνάμεων. Σήμερα, μέσα στην εμπορία της εύκολης επιτυχίας και στην επίδειξη πλούτου ως απόδειξη προσωπικής αξίας, η παλιά αυλή παραμένει αναγνωρίσιμη. Αλλάζει το λεξιλόγιο των υποσχέσεων, επιμένει η λαχτάρα να παρακαμφθεί η δύσκολη πραγματικότητα. Το Τάβλι αφήνει το γέλιο να φτάσει μέχρι το σημείο όπου μας εγκαταλείπει η αθωότητα του θεατή. Γιατί η αποφασιστική ζαριά πέφτει όταν δεχόμαστε να πληρώσει κάποιος άλλος τη δική μας σωτηρία. Σκηνοθεσία: Λευτέρης Γιοβανίδης Με τους Ιεροκλή Μιχαηλίδη και Γεράσιμο Σκιαδαρέση © Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρονομιάς 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖
Το ακριβότερο κόσμημα μπορεί να βρίσκεται στο χέρι ενός νεκρού και η μεγαλύτερη απάτη να κυκλοφορεί ανενόχλητη στα σαλόνια. Στο «Τετράγωνο σμαράγδι», ο Έντγκαρ Ουάλλας μετατρέπει τη λάμψη της κοινωνικής επιτυχίας σε ύποπτο τεκμήριο. Το Λονδίνο του είναι μια σκηνή όπου οι άνθρωποι υποδύονται την αθωότητα ώσπου μια ασήμαντη λεπτομέρεια να προδώσει ολόκληρο τον ρόλο. Δημοσιευμένο το 1926, το μυθιστόρημα συνδέει την περιπέτεια ενός αποφυλακισμένου με έναν φόνο και μια αλυσίδα εκβιασμών. Ο Πίτερ Ντόλις επιστρέφει από τη φυλακή στιγματισμένος για πλαστογραφία. Η Λέσλι Μον, βοηθός του αρχιεπιθεωρητή Κόλντγουελ, έχει ήδη αρχίσει να ξετυλίγει την υπόθεση χάρη σε ένα βιβλίο ποιημάτων που ανακάλυψε στην επαρχία. Όταν ο μπάτλερ Ντρούζ βρίσκεται νεκρός με ένα τετράγωνο σμαράγδι στο χέρι, η έρευνα διαπερνά αριστοκρατικές κατοικίες και φτωχικά καταλύματα. Οι κοινωνικές αποστάσεις παραμένουν τεράστιες. Οι διαδρομές της συνενοχής αποδεικνύονται συντομότατες. Η δύναμη του Ουάλλας βρίσκεται στην ανατροπή της ίδιας της παρατήρησης. Μας αφήνει να πιστέψουμε πως αναγνωρίσαμε έναν χαρακτήρα, μια σχέση, ένα κίνητρο. Έπειτα αποσύρει το έδαφος κάτω από τη βεβαιότητά μας. Οι αποκαλύψεις δεν αλλάζουν απλώς τον κατάλογο των υπόπτων. Αλλάζουν αναδρομικά το νόημα μιας χειρονομίας, μιας επίσκεψης, μιας φαινομενικά αδιάφορης κουβέντας. Το σμαράγδι αποκτά έτσι διπλή λειτουργία: αποτελεί υλικό πειστήριο και συμβολίζει τη γοητεία μιας επιφάνειας που απαιτεί επίμονη εξέταση. Στο κέντρο αυτής της δοκιμασίας στέκεται η Λέσλι. Η ευφυΐα της συνδυάζεται με χιούμορ, τόλμη και προσεκτική ακρόαση. Αντιλαμβάνεται ότι ο τρομοκρατημένος άνθρωπος δεν παραδίδει εύκολα την αλήθεια του σε μια στολή. Χρειάζεται κάποτε να συναντήσει ένα πρόσωπο. Ωστόσο η συμπόνια της δεν καταργεί την ανακριτική επιμονή. Μπορεί να παρηγορεί και συγχρόνως να ελέγχει όσα ακούει. Αυτή η συνύπαρξη φροντίδας και δυσπιστίας δίνει στην παρουσία της ιδιαίτερη ζωντάνια. Ο Πίτερ, αντίστοιχα, κουβαλά περισσότερα από μια άδικη καταδίκη. Κουβαλά την εμπειρία της εγκατάλειψης. Η ειρωνεία του προστατεύει μια αξιοπρέπεια πληγωμένη από την κοινωνική απόρριψη. Η εκδίκηση προβάλλει ως δελεαστική συντόμευση προς τη δικαίωση, απειλώντας να υποτάξει το μέλλον του στην αδικία που υπέστη. Η έγνοια του για ένα απροστάτευτο παιδί αποκαλύπτει μια άλλη δυνατότητα: να ξαναβρεί τον εαυτό του αναλαμβάνοντας ευθύνη για κάποιον ασθενέστερο. Γύρω τους, η λαίδη Ρέιθαμ και η πριγκίπισσα Μπελίνι δίνουν διαφορετικές μορφές στη σχέση φόβου και εξουσίας. Η πρώτη φυλακίζεται στην αγωνία της αποκάλυψης. Η δεύτερη επιβάλλεται μέσα από την προσταγή, την κοινωνική επιβολή και την εξάρτηση των άλλων. Το βαθύτερο θέμα εδώ είναι η ιδιοποίηση της ανθρώπινης ζωής: η δυνατότητα κάποιου να κρατά το παρελθόν σου και να απαιτεί ως αντάλλαγμα το παρόν σου. Ακόμη και η συγγένεια μπορεί να γίνει μηχανισμός υποταγής. Το μεσοπολεμικό περιβάλλον προσθέτει ουσιαστική ένταση. Η γυναικεία επαγγελματική αυτενέργεια συναντά τη συντήρηση των θεσμών, ενώ η κοινωνική υπόληψη προστατεύεται με χρήμα και σιωπή. Ο συγγραφέας, πάντως, δεν υπερβαίνει όλες τις προκαταλήψεις του καιρού του. Οι εξωτικές απειλές και ορισμένες σχηματικές περιγραφές περιορίζουν την ψυχολογική λεπτότητα. Κάποτε, επίσης, η συσσώρευση συμπτώσεων πιέζει την αληθοφάνεια. Η αφηγηματική ορμή παραμένει ισχυρή, αλλά η κριτική ανάγνωση οφείλει να αναγνωρίζει το τίμημά της. Για μένα, η πιο ανησυχητική επικαιρότητα του έργου βρίσκεται στην εμπορία της ντροπής. Σήμερα, όταν μια ιδιωτική πληροφορία μπορεί να μετατραπεί σε δημόσιο διασυρμό, ο εκβιαστής εξακολουθεί να επενδύει στον ίδιο φόβο: μήπως η αποκάλυψη κοστίσει περισσότερο από την υποταγή. Στην ηχητική αφήγηση, αυτή η πίεση αποκτά ιδιαίτερη δύναμη. Μια παύση πριν από την απάντηση μπορεί να ακουστεί πιο ενοχοποιητική από την απάντηση. Το τελικό διακύβευμα ξεπερνά την εξιχνίαση. Αφορά το δικαίωμα του ανθρώπου να πάψει να ζει αιχμάλωτος μιας ξένης εκδοχής της ζωής του. Το σμαράγδι έχει τιμή. Η ελευθερία αρχίζει εκεί όπου ένας άνθρωπος αρνείται να παραμένει εξαγοράσιμος. © Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρονομιάς 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖
Η ηλεκτρική καρέκλα περιμένει, αλλά το εμπόριο έχει ακόμη δουλειές. Ένας μελλοθάνατος μπορεί να αποδειχθεί πολυτιμότερος ζωντανός, αρκεί να παραδίδει εγκαίρως το επόμενο κεφάλαιο. Στον «Διάσημο 702» του Αλεξάνδρου Μιροντάν, η αναστολή της εκτέλεσης αποκτά τη μορφή εκδοτικού συμβολαίου. Κι έτσι αρχίζει μια κωμωδία που κάνει το γέλιο να αισθάνεται συνένοχο. Ο Σάντμαν περιμένει τον θάνατο όταν ένας εκδότης ανακαλύπτει στην καταδίκη του μια θαυμάσια επιχειρηματική ευκαιρία. Τα απομνημονεύματα ενός γκάνγκστερ υπόσχονται πωλήσεις· η επικείμενη εκτέλεσή του εγγυάται δημοσιότητα. Η συμφωνία φαίνεται σωτήρια: εκείνος θα γράφει κι ο εκδοτικός μηχανισμός θα εξασφαλίζει χρόνο. Μόνο που ο χρόνος αυτός δεν του ανήκει. Είναι προκαταβολή έναντι μελλοντικών εισπράξεων. Το κελί μετατρέπεται σε εργαστήριο παραγωγής συγκίνησης και ο άνθρωπος σε περιζήτητη πρώτη ύλη. Ο αριθμός του τίτλου συμπυκνώνει ολόκληρη τη σάτιρα. Η φυλακή αφαιρεί το όνομα για να καταχωρίσει έναν κρατούμενο· η διαφήμιση διατηρεί τον αριθμό για να κατασκευάσει μια επωνυμία. Η φαινομενική αναβάθμιση από κατάδικο σε διασημότητα κρύβει την ίδια υποτίμηση του προσώπου. Ο Σάντμαν γίνεται πασίγνωστος χωρίς να γίνεται πραγματικά ορατός. Όλοι μιλούν γι’ αυτόν, ελάχιστοι ενδιαφέρονται να τον ακούσουν. Η κωμική υπερβολή αποκτά εδώ ακρίβεια χειρουργικού εργαλείου. Η ψυχολογική του μεταμόρφωση αποτελεί τον ουσιαστικό άξονα του έργου. Αρχικά συναινεί από φόβο και δίψα επιβίωσης. Τα προνόμια μοιάζουν με αποκατάσταση μιας ύπαρξης μαθημένης στη βία. Η γραφή, όμως, δημιουργεί κάτι που οι χρηματοδότες της δεν υπολόγισαν: συνείδηση. Αναζητώντας λέξεις, ο κρατούμενος αρχίζει να αναλαμβάνει την ευθύνη της φωνής του. Η αλλαγή αυτή δεν διαγράφει το εγκληματικό παρελθόν του. Θεμελιώνει, ωστόσο, το δικαίωμά του να μην εξαντλείται σε αυτό. Εκεί βρίσκεται η ανθρωπιστική δύναμη της σάτιρας. Ο εκδότης αντιπροσωπεύει μια εξουσία περισσότερο τρομακτική από την απροκάλυπτη αγριότητα: τον κυνισμό που έχει αποκτήσει επαγγελματικούς τρόπους. Δεν χρειάζεται να μισεί τον Σάντμαν. Αρκεί να υπολογίζει την απόδοσή του. Η πατρωνία του απαιτεί υπακοή, ενώ η υποτιθέμενη σωτηρία προϋποθέτει διαρκή αυτοπροδοσία. Απέναντί του, η Ντιάνα εισάγει τη δυνατότητα μιας σχέσης χωρίς εμπορικό αντίτιμο. Η παρουσία της επιτρέπει στον κρατούμενο να υπάρξει ως πρόσωπο που επιθυμεί, φοβάται και αγαπά. Έτσι, η τρυφερότητα αποκτά πολιτικό βάρος. Το έργο συνδέθηκε με την υπόθεση του Κάρυλ Τσέσμαν και παρουσιάστηκε στο Βουκουρέστι το 1961, μέσα στο ψυχροπολεμικό περιβάλλον. Η αντικαπιταλιστική αιχμή του συναντούσε την επίσημη ιδεολογία της εποχής· η δραματουργική του αντοχή, ωστόσο, κρίνεται εκεί όπου υπερβαίνει την καταγγελία ενός συγκεκριμένου κόσμου. Κάθε εξουσία που αναγνωρίζει στον άνθρωπο μόνο χρησιμότητα εμπίπτει στο κατηγορητήριό του. Η αθηναϊκή παρουσίασή του το 1972, μέσα στη δικτατορία, προσφέρεται συνεπώς για ανάγνωση και πέρα από τον δηλωμένο στόχο της σάτιρας. Σήμερα, η φυλακή του Σάντμαν θυμίζει και τον δημόσιο χώρο της αδιάκοπης έκθεσης. Η οδύνη γίνεται περιεχόμενο, η εξομολόγηση προϊόν και η προσοχή του κοινού μεταφράζεται σε οικονομική ισχύ. Θα ήταν, όμως, εύκολη υπεκφυγή να περιορίσουμε την ευθύνη στους εκδότες και στους μεσάζοντες. Ο Μιροντάν στρέφει τη σάτιρα και προς την πλατεία. Ποιος αγοράζει τον εξευτελισμό; Ποιος απαιτεί νέα επεισόδια από μια πραγματική δυστυχία; Το γέλιο μάς επιστρέφει αυτές τις ερωτήσεις χωρίς να μας προσφέρει αθώωση. Προσωπικά, βρίσκω συγκλονιστικό ότι η ουσιαστική απελευθέρωση του ήρωα συντελείται όταν στενεύουν οι δυνατότητες επιβίωσής του. Δεν εξυμνείται ο θάνατος. Αποκαλύπτεται το τίμημα μιας ζωής παραδομένης ολοκληρωτικά στις απαιτήσεις των άλλων. Η συνείδηση γεννιέται όταν ο άνθρωπος παύει να υπαγορεύει όσα τον συμφέρει να ακούσουν. Ο «Διάσημος 702» αφήνει τελικά ένα αμείλικτο μέτρο πολιτισμού: πόση αξία αναγνωρίζουμε σε εκείνον που δεν μας αποφέρει πια τίποτε; Εκεί τελειώνει η διαφήμιση και αρχίζει η ευθύνη μας. . Σκηνοθεσία: Στέφανος Ληναίος Παίζουν οι ηθοποιοί: Στέφανος Ληναίος, Έλλη Φωτίου, Σταύρος Ξενίδης, Γιώργος Μιχαλακόπουλος, Αθηνά Μιχαλακοπούλου, Χρήστος Δακτυλίδης, Δημήτρης Πετράτος, Ντίνα Κώνστα, Κώστας Θέμος, Γιώργος Βασιλείου, Νίκος Κροντηράς, Έρση Μαλικένζου © Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρονομιάς 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖
Μια γυναίκα ζητά να ξαναγεννηθεί και οι άλλοι απαιτούν να αναγνωρίσουν επάνω της το παρελθόν τους. Της προσφέρουν ένα όνομα, ένα σπίτι, έναν σύζυγο· μαζί τους, όμως, παραδίδουν και τις προδιαγραφές της ύπαρξής της. Στο «Όπως με ποθείς» ο Λουίτζι Πιραντέλλο μετατρέπει το αίνιγμα μιας ταυτότητας σε ανελέητη εξέταση της αγάπης. Πόσο άνθρωπο αντέχουμε να δούμε στον άλλον όταν παύει να επιβεβαιώνει την επιθυμία μας; Η Άγνωστη ζει στο Βερολίνο, ανάμεσα στη νυχτερινή διασκέδαση, στο ποτό και στην εξουθενωτική συνύπαρξη με τον συγγραφέα Καρλ Σάλτερ. Ο Μπόφι αναγνωρίζει στο πρόσωπό της τη Λουτσία, τη χαμένη σύζυγο του Μπρούνο Πιέρι. Εκείνη ακολουθεί την υπόσχεση μιας άλλης ζωής στην Ιταλία. Η μετακίνησή της έχει τη δραματική ορμή μιας φυγής από τον ίδιο της τον εαυτό: προτιμά το ενδεχόμενο μιας ξένης ιστορίας από τη βεβαιότητα της καθημερινής της ταπείνωσης. Εδώ βρίσκεται η ψυχολογική τόλμη του έργου. Η ηρωίδα επιθυμεί να υπάρξει μέσα σε μια σχέση που θα της επιστρέψει συνοχή και αξιοπρέπεια. Η προθυμία της να γίνει όπως την ποθεί ο Μπρούνο περιέχει συγχρόνως ελπίδα και κίνδυνο. Ζητά αναγνώριση παραχωρώντας στον άλλον σχεδόν απεριόριστη εξουσία να την ορίσει. Ο Πιραντέλλο συλλαμβάνει τη στιγμή κατά την οποία η ανάγκη για αγάπη μπορεί να μεταβληθεί σε συναίνεση στην αυτοκατάργηση. Ο Μπρούνο δοκιμάζεται ακριβώς εκεί όπου η συγκίνηση συναντά το συμφέρον. Η επιστροφή της συζύγου συνδέεται με τη διατήρηση της περιουσίας και η υποδοχή της βαραίνει από οικογενειακούς υπολογισμούς. Θα ήταν εύκολο να τον περιορίσουμε στον ρόλο ενός άπληστου υποκριτή. Δραματουργικά, όμως, περισσότερο ενοχλεί η δυνατότητα να συνυπάρχουν μέσα του αληθινή επιθυμία και ιδιοτέλεια. Ο άνθρωπος μπορεί να συγκινείται ειλικρινά και συγχρόνως να προστατεύει ό,τι τον συμφέρει. Αυτή η συνύπαρξη δηλητηριάζει την εμπιστοσύνη της Αγνώστου. Ο Σάλτερ ασκεί μια περισσότερο απροκάλυπτη κυριαρχία. Η εξάρτησή του από την ηρωίδα γίνεται απαίτηση κατοχής. Όταν εμφανίζεται με μια δεύτερη γυναίκα, βαριά ψυχικά διαταραγμένη, την οποία παρουσιάζει ως πιθανή πραγματική Λουτσία, χρησιμοποιεί την αμφιβολία σαν όπλο. Ο Μπόφι, αντίθετα, στηρίζεται στην πεποίθηση ότι η αναγνώριση ενός προσώπου αρκεί για να αποκαταστήσει μια ζωή. Ανάμεσα στην κτητικότητα του ενός και στη βεβαιότητα του άλλου, η γυναίκα εξακολουθεί να στερείται τον χώρο να μιλήσει για τον εαυτό της. Η μεταπολεμική Ευρώπη αποτελεί την πληγωμένη ύλη του δράματος. Ο Μεγάλος Πόλεμος άφησε αγνοουμένους, διαλυμένες οικογένειες και ανθρώπους που επέστρεψαν αγνώριστοι. Η αστική κοινωνία επιχειρεί να αποκαταστήσει την τάξη με αναγνωρίσεις, συγγένειες και περιουσιακά δικαιώματα. Ωστόσο, κανένα πιστοποιητικό δεν εγγυάται ότι ένας άνθρωπος θα ξαναβρεί τη θέση του μέσα στη ζωή. Η απόσταση ανάμεσα στη νομική ταυτότητα και στη βιωμένη ύπαρξη γίνεται εδώ οδυνηρά θεατρική. Η δύναμη της κατασκευής βρίσκεται στην αντιστροφή της προσδοκίας μας. Περιμένουμε την αποκάλυψη που θα λύσει το μυστήριο και παρακολουθούμε την ηρωίδα να υπονομεύει την ίδια τη διαδικασία της απόδειξης. Το ανοιχτό τέλος δεν αποδεικνύει ότι καμία αλήθεια δεν υπάρχει. Αποκαλύπτει πόσο επισφαλής γίνεται η πρόσβασή μας σε αυτήν όταν την υποτάσσουμε στον φόβο και στην ανάγκη μας να δικαιωθούμε. Η αποχώρησή της με τον Σάλτερ διατηρεί όλο το βάρος ενός αδιεξόδου. Στη δική μου ανάγνωση, αυτή είναι η πιο σύγχρονη αιχμή του έργου: η απαίτηση να παραμένουμε αναγνωρίσιμοι για να θεωρούμαστε αγαπητοί. Στις οικογένειες, στις ερωτικές σχέσεις και στη δημόσια εικόνα μας, συχνά ανταμείβεται εκείνος που εκπληρώνει έναν αναμενόμενο ρόλο. Η Άγνωστη απαιτεί κάτι δυσκολότερο από την αναγνώριση της φωτογραφίας της: να λογαριάσουν την παρούσα συνείδησή της. Η τελευταία της αντίσταση αφήνει ένα αυστηρό ηθικό μέτρο. Η αγάπη κρίνεται και από την ελευθερία που παραχωρεί. Αλλιώς, το πολυπόθητο όνομα γίνεται η πιο ευπρεπής μορφή αιχμαλωσίας. Μετάφραση - Ραδιοφωνική διασκευή: Μιρέλλα Γεωργιάδου Ραδιοσκηνοθεσία: Σπύρος Μηλιώνης Ακούγονται οι ηθοποιοί: Άννα Συνοδινού, Θόδωρος Μορίδης, Μαρία Μοσχολιού, Μιχάλης Μιχόπουλος, Θεοχάρης Νάζος, Δάνης Μουνδρέας, Μάκης Ρευματάς, Λουκιανός Ροζάν, Άννα Ραυτοπούλου, Γιώργος Νέζος, Νίκος Βασταρδής, Άννα Τάρη, Ολυμπία Παπαδούκα, Κυριάκος Λαζαρίδης, Νέλλη Μαρσέλλου, Λευτέρης Σφακιανάκης © Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρονομιάς 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖
Ο έρωτας ζητά την αιωνιότητα, αλλά δοκιμάζεται στην ευθύνη μιας επόμενης ημέρας. Στη «Στέλλα» ο Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε φέρνει δύο εγκαταλειμμένες γυναίκες μπροστά στον ίδιο άνδρα και αφήνει την οδύνη τους να διαψεύσει τη βολική αριθμητική της αντιζηλίας. Το σκάνδαλο αρχίζει όταν εκείνες αναγνωρίζουν η μία στην άλλη έναν άνθρωπο που υποφέρει. Και η τραγωδία θεριεύει όταν αυτή η αναγνώριση αποδεικνύεται ανίσχυρη να προλάβει την καταστροφή. Η Σεσίλια, σύζυγος του Φερνάντο, φτάνει με την κόρη τους, τη Λούσι, στον τόπο όπου ζει η Στέλλα, επίσης εγκαταλειμμένη από εκείνον. Πριν αποκαλυφθεί ο κοινός δεσμός, οι γυναίκες πλησιάζουν μέσα από την εμπειρία της απουσίας. Η δραματουργική ευστοχία βρίσκεται ακριβώς εδώ: ο Γκαίτε οικοδομεί πρώτα τη συμπάθεια και κατόπιν αποκαλύπτει την αιτία που θα μπορούσε να τη συντρίψει. Έτσι η επιστροφή του Φερνάντο δοκιμάζει μια ήδη γεννημένη ανθρώπινη συγγένεια. Ο Φερνάντο αγαπά, συγκινείται, μεταμελείται. Ωστόσο η συναισθηματική του ένταση δεν παράγει σταθερότητα. Κάθε παρουσία τον συνεπαίρνει τόσο ολοκληρωτικά ώστε η προηγούμενη υποχρέωση υποχωρεί από τη συνείδησή του. Η φυγή γίνεται ο τρόπος του να αναβάλλει το κόστος των επιλογών του. Δεν χρειάζεται να τον θεωρήσουμε υποκριτή για να αναγνωρίσουμε τον εγωκεντρισμό του: μπορεί κανείς να αισθάνεται ειλικρινά και συγχρόνως να αδικεί βαθύτατα. Η Λούσι δίνει στην αδικία συγκεκριμένο πρόσωπο. Πίσω από την περιπέτεια του εραστή υπάρχει ένα παιδί που στερήθηκε τον πατέρα. Η Στέλλα έχει οργανώσει την ύπαρξή της γύρω από την επιστροφή του αγαπημένου. Ο προστατευμένος κόσμος της διατηρεί την ευτυχία ως ανάμνηση και υπόσχεση, αφήνοντας ελάχιστο χώρο για μια ζωή έξω από αυτήν. Η τρυφερότητά της συγκινεί επειδή είναι απροστάτευτη. Συγχρόνως τρομάζει η έκταση της εξάρτησής της: όταν ένας άνθρωπος γίνεται ο μοναδικός εγγυητής του νοήματος, η αποχώρησή του απειλεί ολόκληρη την αίσθηση του εαυτού. Η καταστροφή της φανερώνει πόσο επικίνδυνα στενεύει η ζωή όταν ανατίθεται ολόκληρη σε έναν άλλον. Η Σεσίλια διαθέτει διαφορετική αντοχή. Αναγνωρίζει τον πόνο της Στέλλας χωρίς να διαγράφει τον δικό της και επιχειρεί να επινοήσει μια συνύπαρξη πέρα από την αποκλειστικότητα. Η μεγαλοψυχία της, ωστόσο, σηκώνει ένα δύσκολο ερώτημα: πόση παραίτηση δικαιούται να απαιτεί η αγάπη από εκείνον που έχει ήδη αδικηθεί; Στη δική μου ανάγνωση, η πρότασή της εμπεριέχει ελευθερία αλλά και απελπισία. Προσπαθεί να διασώσει όλους, αναλαμβάνοντας ξανά την ευθύνη που ο Φερνάντο αδυνατεί να κρατήσει. Το πρώτο τέλος, του 1776, επέτρεπε αυτή την αντισυμβατική ένωση και προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις. Το πάθος της «Θύελλας και Ορμής» διεκδικούσε δικαιώματα απέναντι στη θρησκευτική και κοινωνική περιφρούρηση του γάμου. Η μεταγενέστερη επεξεργασία, με τη συμβολή του Σίλερ, οδήγησε στην τραγική εκδοχή που παρουσιάστηκε το 1806 και ακούμε εδώ. Η αλλαγή αποτυπώνει μια μετατόπιση από την ανατρεπτική συμφιλίωση προς την καταστροφή. Στο τραγικό φινάλε η Στέλλα έχει ήδη πάρει δηλητήριο όταν ο Φερνάντο στρέφεται στην αυτοκτονία. Η σειρά έχει σημασία: η καταστροφή προηγείται της δυνατότητας συμφιλίωσης και την ακυρώνει. Δύσκολα, πάντως, θα ονόμαζα αυτό το τέλος αποκατάσταση της ηθικής τάξης. Οι θάνατοι δεν αποδεικνύουν ότι η κοινωνία είχε δίκιο. Αφήνουν τη Σεσίλια και τη Λούσι να επωμιστούν όσα οι άλλοι δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν. Η τελική σιωπή βαραίνει περισσότερο από οποιαδήποτε καταδίκη. Σήμερα, μέσα σε συζητήσεις για ελεύθερες σχέσεις και προσωπική αυτονομία, η «Στέλλα» διατηρεί την οξύτητά της επειδή εξετάζει το τίμημα της ελευθερίας όταν αυτό καταβάλλεται άνισα. Καμία μορφή σχέσης δεν εξασφαλίζει από μόνη της δικαιοσύνη. Χρειάζονται αλήθεια, συναίνεση και έμπρακτη φροντίδα. Ο βαθύτερος απόηχος του έργου βρίσκεται για μένα εκεί: η αγάπη κρίνεται και από τη ζωή που επιτρέπει στον άλλον να συνεχίσει. Όποιος ζητά να αγαπηθεί οφείλει να αντέχει την ευθύνη της παρουσίας του. © Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρονομιάς Hχογράφηση: 1973 Μετάφραση: Βιολέτα Σωτηροπούλου Καρύδη Σκηνοθεσία: Στέλιος Παπαδάκης Ακούγονται οι ηθοποιοί: Ράνια Οικονομίδου, Κάκια Παναγιώτου, Γιώτα Σοϊμοίρη, Κώστας Κοσμόπουλος, Θεόδωρος Δημήτριεφ, Χριστίνα Κουτσουδάκη, Λόισκα Αβαγιανού, Κώστας Κανξίδης, Δημήτρης Δουνάκης, Γεώργιος Γεωργίου 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖
Η πιο επικίνδυνη στιγμή για έναν δημιουργό έρχεται όταν κάποιος αποφασίζει να μετατρέψει τη φαντασία του σε πραγματικότητα. Στο «Ένα σωτήριο τηλεφώνημα» του Κλοντ Φορτούνο, η ευγένεια μιας επίσκεψης γίνεται σταδιακά τελετουργία απειλής. Ένας συγγραφέας αστυνομικών ιστοριών ανακαλύπτει πως η απόσταση ανάμεσα στον άνθρωπο που επινοεί τον φόνο και στον άνθρωπο που κινδυνεύει να δολοφονηθεί μετριέται σε λίγες προτάσεις. Κι ένα οικείο δωμάτιο αποκτά την ασφυκτική στενότητα μιας παγίδας. Ο Πασκάλ Ανσέλο δέχεται έναν άγνωστο που παρουσιάζεται ως θαυμαστής και επίδοξος ομότεχνός του. Η συζήτηση για τη συγγραφική τέχνη προσφέρει στον επισκέπτη το ιδανικό πρόσχημα: μπορεί να μιλά για εγκλήματα χωρίς αμέσως να προκαλεί συναγερμό. Όταν αποκαλύπτει ότι σχεδιάζει να σκοτώσει τον οικοδεσπότη του, όσα προηγήθηκαν αποκτούν αναδρομικά άλλο βάρος. Ο θαυμασμός γίνεται μέσο πρόσβασης και η φιλοξενία ακούσια παραχώρηση εδάφους. Η δραματουργική ευστοχία βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη βαθμιαία δηλητηρίαση της συνηθισμένης συνομιλίας. Ο Ανσέλο καλείται να εγκαταλείψει την προνομιακή θέση του συγγραφέα που γνωρίζει την έκβαση. Στα βιβλία του μπορούσε να μοιράζει ενδείξεις, να καθυστερεί αποκαλύψεις και να αποφασίζει ποιος θα επιζήσει. Τώρα διαθέτει μονάχα την ατελή γνώση ενός φοβισμένου ανθρώπου. Η ευφυΐα του αποκτά δραματικό ενδιαφέρον επειδή δοκιμάζεται μέσα στην ευάλωτη σωματική του ύπαρξη. Κάθε λέξη πρέπει να κερδίζει χρόνο χωρίς να προδίδει τον τρόμο. Η αυτοκυριαρχία γίνεται επίπονη εργασία: να παρακολουθεί τον άλλον ενώ συγκρατεί τη δική του κατάρρευση. Απέναντί του, ο επισκέπτης μπορεί να διαβαστεί ως άνθρωπος που διεκδικεί την αναγνώριση μέσω της απόλυτης κυριαρχίας. Δεν του αρκεί να προτείνει μια ευρηματική αστυνομική υπόθεση. Θέλει έναν πραγματικό άνθρωπο υποταγμένο στην επινόησή του. Το «τέλειο έγκλημα» αποκαλύπτει έτσι μια ηθική αναπηρία της σκέψης: το θύμα αντιμετωπίζεται ως εξάρτημα μιας απόδειξης. Χωρίς να χρειάζεται ψυχιατρική ετικέτα, η συμπεριφορά του φανερώνει την τρομακτική αυτάρκεια εκείνου που θεωρεί τη δική του σύλληψη σημαντικότερη από την ύπαρξη του άλλου. Το τηλέφωνο εισάγει μια δεύτερη σκηνή μέσα στην πρώτη. Ο Ανσέλο πρέπει να μιλήσει ταυτόχρονα σε δύο ακροατές: στον άνθρωπο που τον επιτηρεί και στον άνθρωπο που ενδέχεται να καταλάβει. Η ίδια φράση αποκτά φανερό και υπόγειο νόημα. Εδώ βρίσκεται η ιδιαίτερη δύναμη της ηχητικής φόρμας: η παύση, η μεταβολή του τόνου και μια ανεπαίσθητη έμφαση μπορούν να μεταφέρουν όσα απαγορεύεται να ειπωθούν. Ο ακροατής επιστρατεύει τη δική του προσοχή, αναζητώντας μέσα στη φωνή το μήνυμα που πρέπει να περάσει απαρατήρητο. Ως ιστορική ανάγνωση, η οικιακή αυτή πολιορκία συνδέεται με την ευρωπαϊκή μεταπολεμική αγωνία γύρω από την ασφάλεια της ιδιωτικής ζωής. Το σπίτι υπόσχεται προστασία, αλλά η πόρτα του ανοίγει και στην απειλή. Παράλληλα, το σταθερό τηλέφωνο συγκεντρώνει τη δυνατότητα επικοινωνίας σε ένα συγκεκριμένο σημείο του χώρου. Αυτή η υλική συνθήκη οργανώνει την ένταση: η πρόσβαση στον έξω κόσμο γίνεται ορατή, ελέγξιμη και επισφαλής. Σήμερα, με τις αδιάκοπες συνδέσεις και τις αναρίθμητες ειδοποιήσεις, το ερώτημα παραμένει οδυνηρά επίκαιρο: πόσο συχνά ακούμε πραγματικά εκείνον που επικοινωνεί μαζί μας; Ένα συγκαλυμμένο αίτημα βοήθειας απαιτεί κάτι περισσότερο από τεχνική διαθεσιμότητα. Απαιτεί προσοχή στον δισταγμό, στο ασυνήθιστο και στην απόκλιση από τον γνώριμο τρόπο ομιλίας. Προσωπικά, εκεί εντοπίζω τον βαθύτερο ανθρώπινο παλμό του έργου: στην ανάγκη να βρεθεί κάποιος που θα ακούσει πίσω από τις λέξεις. Η λιτότητα της κατασκευής είναι συγχρόνως δύναμη και όριο. Ο αντίπαλος κινδυνεύει να περιοριστεί σε μηχανισμό απειλής αν η ερμηνεία αρκεστεί στην επιδεικτική ψυχρότητα. Αντίστοιχα, η αγωνία χρειάζεται διακυμάνσεις για να μη γίνει μονότονη αναμονή. Το ουσιαστικό στοίχημα είναι να αισθανθούμε έναν άνθρωπο που παλεύει να διατηρήσει την πρωτοβουλία της ζωής του. Γιατί το έγκλημα αρχίζει να θεωρείται «τέλειο» όταν ο άλλος έχει ήδη διαγραφεί ως πρόσωπο. Και η αντίσταση αρχίζει τη στιγμή που η φωνή του επιμένει να ζητά έναν συνάνθρωπο. © Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρονομιάς Μετάφραση και διασκευή: Αντώνης Θεοδωριάδης Σκηνοθεσία: Λάμπρος Κωστόπουλος Ακούγονται οι ηθοποιοί: Γιώργος Μοσχίδης Pascal Ansello, Χρήστος Μάτζαρης Jean De Stes, Σπύρος Κωνσταντόπουλος Επισκέπτης - Ουγκώ, Αντώνης Λιότσης - σπίκερ 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖
Δύο κρεβάτια μέσα στο λευκό. Δύο άνθρωποι που μοιράζονται έναν χώρο χωρίς να μπορούν να κατοικήσουν ο ένας στην αγωνία του άλλου. Στον «Ερυθρό σταυρό», ο Σαμ Σέπαρντ μετατρέπει την καθημερινή συνομιλία σε επικίνδυνη τελετουργία: η λέξη εισχωρεί στο σώμα και η φαντασία αποκτά τη σκληρότητα ενός πραγματικού τραύματος. Η Κάρολ αισθάνεται άρρωστη. Μιλώντας για μια φανταστική κατάβαση στα Βραχώδη Όρη, βλέπει το κεφάλι της να αποχωρίζεται το σώμα και να προκαλεί μια φονική χιονοστιβάδα. Η εικόνα συνενώνει δύο τρόμους: την απώλεια του εαυτού και την ανεξέλεγκτη καταστροφή των άλλων. Η προσωπική δυσφορία διογκώνεται ώσπου καταπίνει τον κόσμο. Στη συνείδησή της, ακόμη και η απόδραση στη φύση μετατρέπεται σε καταδίκη. Όταν εκείνη αποχωρεί, ο Τζιμ παραδίδεται στη φαγούρα του. Οι ψείρες εγκαθιστούν μέσα στην αποστειρωμένη τάξη την πιο ταπεινωτική υπενθύμιση της σωματικότητας. Το σώμα αντιστέκεται στην καθαρή εικόνα που επιθυμούμε να προβάλλουμε. Πίσω από την κωμική αμηχανία του ξυσίματος αναδύεται ένας άνθρωπος που αισθάνεται ότι κάτι τον κατατρώει και χρειάζεται επειγόντως έναν άλλο άνθρωπο ως μάρτυρα της φθοράς του. Η Καμαριέρα εισέρχεται για να αλλάξει σεντόνια. Φέρνει την πρακτική λογική της εργασίας σε έναν χώρο όπου οι ένοικοι έχουν την πολυτέλεια να βυθίζονται στις εμμονές τους. Η κοινωνική αυτή ασυμμετρία αποκτά ιδιαίτερο βάρος: η γυναίκα που καλείται να καθαρίσει τα ίχνη των άλλων καταλήγει να υποστεί και τη φαντασία τους. Ο Τζιμ μετακινείται από την έκθεση της αδυναμίας του στην άσκηση εξουσίας. Το μάθημα κολύμβησης είναι ο δραματουργικός πυρήνας αυτής της μετακίνησης. Επάνω στα κρεβάτια, χωρίς πραγματικό νερό, οι οδηγίες αποκτούν ρυθμό προσταγής. Η Καμαριέρα ακολουθεί ώσπου η συμμετοχή γίνεται πανικός και το παιχνίδι εμπειρία πνιγμού. Ο άνθρωπος που προσφέρθηκε να διδάξει αποσύρει τη βοήθεια ακριβώς όταν γίνεται απαραίτητη. Εδώ βρίσκεται η αγριότερη ειρωνεία του έργου: η υπόσχεση προστασίας μπορεί να δημιουργήσει την εξάρτηση που επιτρέπει την εγκατάλειψη. Πρωτοπαρουσιασμένο το 1966, το μονόπρακτο ανήκει στην πρώιμη πειραματική διαδρομή του Σέπαρντ. Στην Αμερική της καταναλωτικής ευημερίας, της κοινωνικής αμφισβήτησης και του πολέμου στο Βιετνάμ, η λευκή επιφάνεια μπορεί να διαβαστεί ως εικόνα μιας ασφάλειας που αδυνατεί να περιλάβει τη βία της εποχής. Πρόκειται για ερμηνευτική δυνατότητα, όχι για πολιτικό κώδικα με μία υποχρεωτική αποκρυπτογράφηση. Το δωμάτιο παραμένει τρομακτικό ακριβώς επειδή δεν εξαντλείται σε μία εξήγηση. Η δύναμη της γραφής βρίσκεται στη μετάβαση από το γελοίο στο οδυνηρό χωρίς προειδοποίηση. Η εκτενής παρασιτολογία και η επανάληψη των προσταγών δοκιμάζουν την υπομονή, αλλά αυτή η δοκιμασία υπηρετεί την παγίδευση του θεατή. Το γέλιο δυσκολεύεται σταδιακά να βρει αθώα θέση. Η γλώσσα γίνεται μέσο επιβολής, μια δύναμη που απορροφά την αυτονομία του ακροατή, όπως επισημαίνει και η παρουσίαση του έργου από τον εκδότη του. Η επιστροφή της Κάρολ επαναφέρει την καθημερινότητα χωρίς να αποκαθιστά την τάξη. Το ξύσιμο και το αίμα στο πρόσωπο του Τζιμ επιτρέπουν να διαβάσουμε τους φόβους ως συμπτώματα που αλλάζουν φορέα. Δεν αποδεικνύουν έναν συγκεκριμένο μηχανισμό μετάδοσης. Η αμφισημία κρατά ανοιχτή την πληγή της ερμηνείας. Σήμερα, όταν μια οθόνη αρκεί για να κυκλοφορήσει ένας πανικός, η δραματουργία αυτή αποκτά οδυνηρή οικειότητα. Προσωπικά, με συγκλονίζει περισσότερο η ευθύνη του ομιλητή παρά το αίνιγμα της ασθένειας. Πόσο χώρο αφήνουμε στον άλλο όταν του παραδίδουμε τον φόβο μας; Ο τίτλος υπόσχεται περίθαλψη, όμως το δωμάτιο στερείται έμπρακτης φροντίδας. Το τελικό κόκκινο σημάδι απαιτεί να αναγνωρίσουμε εκείνον που υποφέρει πριν τον χρησιμοποιήσουμε ως σκηνή του δικού μας δράματος. Γιατί η ανθρώπινη παρουσία κρίνεται τη στιγμή που ο άλλος ζητά βοήθεια και περιμένει την απάντησή μας. © Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρονομιάς Μετάφραση - Ραδιοσκηνοθεσία: Γιάννης Κακλέας Ακούγονται οι ηθοποιοί: Κωνσταντίνος Τριανταφυλλόπουλος, Χάρις Ανταχοπούλου, Περικλής Μουστάκης, Στέλιος Πέτσος, Ντίνα Κώνστα 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖
00:00 Πρόλογος 01:10 Η διπλή σκευωρία 26:57 Ο Ένοχος Με Τα Καθαρά Χέρια 53:22 Λάδι στη φωτιά 1:21 επίλογος Το έγκλημα αρχίζει συχνά πριν παραβιαστεί ο νόμος: τη στιγμή που ένας άνθρωπος υπολογίζει πόσο θα ωφεληθεί από την καταστροφή κάποιου άλλου. Στη «Διπλή Σκευωρία», στον «Ένοχο Με Τα Καθαρά Χέρια» και στο «Λάδι στη φωτιά», ο Φιλίπ Λεβίν τοποθετεί αυτόν τον υπολογισμό μέσα στην καθημερινότητα. Ένας γάμος, ένα χρεωμένο θέατρο, ένα σπίτι με ενοικιαζόμενα δωμάτια μετατρέπονται σε πεδία ηθικής δοκιμασίας. Το μυστήριο αποκτά βάρος επειδή προηγείται μια αναγνωρίσιμη ανθρώπινη συναλλαγή. Στη «Διπλή Σκευωρία», ο γάμος του Γουόλτερ Κλίφορντ με την Έμμα έχει ήδη υποθηκευτεί στην οικονομική σκοπιμότητα. Εκείνος βρήκε στον πλούτο της κοινωνική ασφάλεια· τώρα που τα χρήματα λιγοστεύουν, αποκαλύπτεται η επισφάλεια μιας σχέσης στηριγμένης στο όφελος. Η αμοιβαία ασφάλιση ζωής, ύψους δεκαπέντε χιλιάδων λιρών, εισάγει μια τρομακτική αριθμητική: ο θάνατος του συντρόφου αποκτά συγκεκριμένη χρηματική αξία. Η προστασία γίνεται ενδεχόμενο κίνητρο. Η ασθένεια της Έμμας και η σχέση του Γουόλτερ με την υπηρέτρια Τζένι Ρόμπερτς περιπλέκουν αυτήν την εξίσωση. Χρειάζεται, ωστόσο, προσοχή: η δυσφορία μιας άρρωστης γυναίκας δεν αποτελεί ηθικό ελαφρυντικό για εκείνον που την προδίδει. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο ο Γουόλτερ μπορεί να μετατρέπει την ενόχλησή του σε δικαιολογία. Η Τζένι, μέσα στην εξάρτηση της υπηρετικής εργασίας, προσθέτει την ταξική ανισότητα στην ερωτική σύγκρουση. Πόσο ελεύθερη είναι μια επιθυμία όταν εκδηλώνεται μέσα σε σχέση εξουσίας; Στον «Ένοχο Με Τα Καθαρά Χέρια», η οικονομική ασφυξία μεταφέρεται στον δημόσιο χώρο του θεάτρου. Οι συνιδιοκτήτες Άλαν και Κλάιβ Ρόμπερτς βλέπουν την τελευταία δυνατότητα αξιοποίησης του κτιρίου να κλείνει μετά την απόφαση του δημοτικού συμβουλίου. Η πυρκαγιά που ακολουθεί μετατρέπει την επιχειρηματική αποτυχία σε ασφαλιστική υπόθεση. Το ίδιο το θέατρο αποκτά ειρωνική λειτουργία: εκεί όπου κατασκευάζονται σκηνικές ψευδαισθήσεις, οι ιδιοκτήτες καλούνται τώρα να παρουσιάσουν πειστικές εκδοχές της αθωότητάς τους. Ο πραγματογνώμονας αντιπαραθέτει στα άλλοθι την ακρίβεια της παρατήρησης. Οι μικρές λεπτομέρειες υπονομεύουν τις μεγάλες διαβεβαιώσεις. Έτσι, ο τίτλος αποκτά ευρύτερο ηθικό περιεχόμενο: τα καθαρά χέρια δεν πιστοποιούν αναγκαστικά καθαρή συνείδηση. Η ευθύνη απαιτεί εξέταση της πρόθεσης, της γνώσης και του οφέλους. Οι αλληλοκατηγορίες των ξαδέλφων φανερώνουν επίσης πόσο εύθραυστη γίνεται η συγγένεια όταν καθένας αντιμετωπίζει τον άλλον ως πιθανό σωσίβιο ή εξιλαστήριο θύμα. Στο «Λάδι στη φωτιά», η ένταση γεννιέται από την οικιακή συμβίωση. Ο κύριος Μίλερ, με το επίμονο τηγάνισμά του, καταλαμβάνει αισθητηριακά έναν χώρο όπου όλοι αναγκάζονται να ανέχονται τους άλλους. Οι μυρωδιές κάνουν την ιδιωτική ζωή κοινόχρηστη. Όταν κερδίζει το λαχείο και ανακοινώνει ότι θα φυλάξει τα χρήματα στο δωμάτιό του, η παρουσία του αποκτά διαφορετικό βάρος. Ο ενοχλητικός γείτονας γίνεται κάτοχος ενός πλούτου προκλητικά κοντινού και φαινομενικά προσιτού. Η κυρία Τιρς και οι ένοικοι συνθέτουν μια κοινότητα της οποίας η ευγένεια δοκιμάζεται από την άνιση τύχη. Η ζήλια εδώ έχει κοινωνική ακρίβεια: γεννιέται από τη σύγκριση ανάμεσα σε ανθρώπους που μοιράζονται στερήσεις. Δεν χρειάζεται να θεωρήσουμε το τηγάνισμα ψυχολογική διάγνωση του Μίλερ. Αρκεί να δούμε τη συνήθεια ως προσωπικό καταφύγιο, το οποίο η ξαφνική δημοσιότητα του κέρδους εκθέτει στην επιβουλή. Οι λίρες, οι ασφαλιστικές αποζημιώσεις, η υπηρετική εργασία και τα ενοικιαζόμενα δωμάτια συγκροτούν έναν βρετανικό κοινωνικό ορίζοντα όπου η αξιοπρέπεια συνδέεται στενά με την οικονομική θέση. Η σημερινή ανασφάλεια κάνει αυτόν τον κόσμο οδυνηρά οικείο. Εκείνο που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι η ευκολία με την οποία η ανάγκη επιστρατεύεται ως άδεια αδικίας. Ο Λεβίν μάς κρατά κοντά στους υπόπτους, αρκετά κοντά ώστε να αναγνωρίζουμε τις δικαιολογίες τους. Η τελική δοκιμασία αφορά το όριο που διατηρούμε όταν το συμφέρον μάς καλεί να το παραβούμε. Γιατί η συνείδηση κρίνεται ακριβώς εκεί: όταν η δυστυχία του άλλου αρχίζει να μοιάζει με δική μας ευκαιρία. Η Διπλή Σκευωρία Φιλίπ Λεβίν Σκηνοθεσία: Μίκης Νικήτας Ακούγονται οι ηθοποιοί: Μάχη Σειράκου Καζαμία, Αντρέας Μουσουλιώτης, Πατρίτσια Πετεμερίδου, Σταύρος Λούρας, Νικίας Νικολαΐδης Ο Ένοχος Με Τα Καθαρά Χέρια Ραδιοσκηνοθεσία.. Μίκης Νικήτας Ακούγονται οι ηθοποιοί (με αλφαβητική σειρά).. Μαρούσα Αβραμίδου, Λουκία Αίμος, Αντώνης Κατσαρίδης, Ανδρέας Μιχαηλίδης, Ανδρέας Μουσουλιώτης, Νεόφυτος Νεοφύτου, Μίκης Νικήτας, Ανδρέας Νικολής, Νίκος Παντελίδης, Τάκης Σταυρινίδης, Σπύρος Σταυρινίδης. Λάδι στη φωτιά00:00 Πρόλογος 01:10 Η διπλή σκευωρία 26:57 Ο Ένοχος Με Τα Καθαρά Χέρια 53:22 Λάδι στη φωτιά 1:21 επίλογος Το έγκλημα αρχίζει συχνά πριν παραβιαστεί ο νόμος: τη στιγμή που ένας άνθρωπος υπολογίζει πόσο θα ωφεληθεί από την καταστροφή κάποιου άλλου. Στη «Διπλή Σκευωρία», στον «Ένοχο Με Τα Καθαρά Χέρια» και στο «Λάδι στη φωτιά», ο Φιλίπ Λεβίν τοποθετεί αυτόν τον υπολογισμό μέσα στην καθημερινότητα. Ένας γάμος, ένα χρεωμένο θέατρο, ένα σπίτι με ενοικιαζόμενα δωμάτια μετατρέπονται σε πεδία ηθικής δοκιμασίας. Το μυστήριο αποκτά βάρος επειδή προηγείται μια αναγνωρίσιμη ανθρώπινη συναλλαγή. Στη «Διπλή Σκευωρία», ο γάμος του Γουόλτερ Κλίφορντ με την Έμμα έχει ήδη υποθηκευτεί στην οικονομική σκοπιμότητα. Εκείνος βρήκε στον πλούτο της κοινωνική ασφάλεια· τώρα που τα χρήματα λιγοστεύουν, αποκαλύπτεται η επισφάλεια μιας σχέσης στηριγμένης στο όφελος. Η αμοιβαία ασφάλιση ζωής, ύψους δεκαπέντε χιλιάδων λιρών, εισάγει μια τρομακτική αριθμητική: ο θάνατος του συντρόφου αποκτά συγκεκριμένη χρηματική αξία. Η προστασία γίνεται ενδεχόμενο κίνητρο. Η ασθένεια της Έμμας και η σχέση του Γουόλτερ με την υπηρέτρια Τζένι Ρόμπερτς περιπλέκουν αυτήν την εξίσωση. Χρειάζεται, ωστόσο, προσοχή: η δυσφορία μιας άρρωστης γυναίκας δεν αποτελεί ηθικό ελαφρυντικό για εκείνον που την προδίδει. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο ο Γουόλτερ μπορεί να μετατρέπει την ενόχλησή του σε δικαιολογία. Η Τζένι, μέσα στην εξάρτηση της υπηρετικής εργασίας, προσθέτει την ταξική ανισότητα στην ερωτική σύγκρουση. Πόσο ελεύθερη είναι μια επιθυμία όταν εκδηλώνεται μέσα σε σχέση εξουσίας; Στον «Ένοχο Με Τα Καθαρά Χέρια», η οικονομική ασφυξία μεταφέρεται στον δημόσιο χώρο του θεάτρου. Οι συνιδιοκτήτες Άλαν και Κλάιβ Ρόμπερτς βλέπουν την τελευταία δυνατότητα αξιοποίησης του κτιρίου να κλείνει μετά την απόφαση του δημοτικού συμβουλίου. Η πυρκαγιά που ακολουθεί μετατρέπει την επιχειρηματική αποτυχία σε ασφαλιστική υπόθεση. Το ίδιο το θέατρο αποκτά ειρωνική λειτουργία: εκεί όπου κατασκευάζονται σκηνικές ψευδαισθήσεις, οι ιδιοκτήτες καλούνται τώρα να παρουσιάσουν πειστικές εκδοχές της αθωότητάς τους. Ο πραγματογνώμονας αντιπαραθέτει στα άλλοθι την ακρίβεια της παρατήρησης. Οι μικρές λεπτομέρειες υπονομεύουν τις μεγάλες διαβεβαιώσεις. Έτσι, ο τίτλος αποκτά ευρύτερο ηθικό περιεχόμενο: τα καθαρά χέρια δεν πιστοποιούν αναγκαστικά καθαρή συνείδηση. Η ευθύνη απαιτεί εξέταση της πρόθεσης, της γνώσης και του οφέλους. Οι αλληλοκατηγορίες των ξαδέλφων φανερώνουν επίσης πόσο εύθραυστη γίνεται η συγγένεια όταν καθένας αντιμετωπίζει τον άλλον ως πιθανό σωσίβιο ή εξιλαστήριο θύμα. Στο «Λάδι στη φωτιά», η ένταση γεννιέται από την οικιακή συμβίωση. Ο κύριος Μίλερ, με το επίμονο τηγάνισμά του, καταλαμβάνει αισθητηριακά έναν χώρο όπου όλοι αναγκάζονται να ανέχονται τους άλλους. Οι μυρωδιές κάνουν την ιδιωτική ζωή κοινόχρηστη. Όταν κερδίζει το λαχείο και ανακοινώνει ότι θα φυλάξει τα χρήματα στο δωμάτιό του, η παρουσία του αποκτά διαφορετικό βάρος. Ο ενοχλητικός γείτονας γίνεται κάτοχος ενός πλούτου προκλητικά κοντινού και φαινομενικά προσιτού. Η κυρία Τιρς και οι ένοικοι συνθέτουν μια κοινότητα της οποίας η ευγένεια δοκιμάζεται από την άνιση τύχη. Η ζήλια εδώ έχει κοινωνική ακρίβεια: γεννιέται από τη σύγκριση ανάμεσα σε ανθρώπους που μοιράζονται στερήσεις. Δεν χρειάζεται να θεωρήσουμε το τηγάνισμα ψυχολογική διάγνωση του Μίλερ. Αρκεί να δούμε τη συνήθεια ως προσωπικό καταφύγιο, το οποίο η ξαφνική δημοσιότητα του κέρδους εκθέτει στην επιβουλή. Οι λίρες, οι ασφαλιστικές αποζημιώσεις, η υπηρετική εργασία και τα ενοικιαζόμενα δωμάτια συγκροτούν έναν βρετανικό κοινωνικό ορίζοντα όπου η αξιοπρέπεια συνδέεται στενά με την οικονομική θέση. Η σημερινή ανασφάλεια κάνει αυτόν τον κόσμο οδυνηρά οικείο. Εκείνο που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι η ευκολία με την οποία η ανάγκη επιστρατεύεται ως άδεια αδικίας. Ο Λεβίν μάς κρατά κοντά στους υπόπτους, αρκετά κοντά ώστε να αναγνωρίζουμε τις δικαιολογίες τους. Η τελική δοκιμασία αφορά το όριο που διατηρούμε όταν το συμφέρον μάς καλεί να το παραβούμε. Γιατί η συνείδηση κρίνεται ακριβώς εκεί: όταν η δυστυχία του άλλου αρχίζει να μοιάζει με δική μας ευκαιρία. Η Διπλή Σκευωρία Φιλίπ Λεβίν Σκηνοθεσία: Μίκης Νικήτας Ακούγονται οι ηθοποιοί: Μάχη Σειράκου Καζαμία, Αντρέας Μουσουλιώτης, Πατρίτσια Πετεμερίδου, Σταύρος Λούρας, Νικίας Νικολαΐδης Ο Ένοχος Με Τα Καθαρά Χέρια00:00 Πρόλογος 01:10 Η διπλή σκευωρία 26:57 Ο Ένοχος Με Τα Καθαρά Χέρια 53:22 Λάδι στη φωτιά 1:21 επίλογος Το έγκλημα αρχίζει συχνά πριν παραβιαστεί ο νόμος: τη στιγμή που ένας άνθρωπος υπολογίζει πόσο θα ωφεληθεί από την καταστροφή κάποιου άλλου. Στη «Διπλή Σκευωρία», στον «Ένοχο Με Τα Καθαρά Χέρια» και στο «Λάδι στη φωτιά», ο Φιλίπ Λεβίν τοποθετεί αυτόν τον υπολογισμό μέσα στην καθημερινότητα. Ένας γάμος, ένα χρεωμένο θέατρο, ένα σπίτι με ενοικιαζόμενα δωμάτια μετατρέπονται σε πεδία ηθικής δοκιμασίας. Το μυστήριο αποκτά βάρος επειδή προηγείται μια αναγνωρίσιμη ανθρώπινη συναλλαγή. Στη «Διπλή Σκευωρία», ο γάμος του Γουόλτερ Κλίφορντ με την Έμμα έχει ήδη υποθηκευτεί στην οικονομική σκοπιμότητα. Εκείνος βρήκε στον πλούτο της κοινωνική ασφάλεια· τώρα που τα χρήματα λιγοστεύουν,...
Η Έλινορ Καρλάιλ βρίσκεται αντιμέτωπη με μια κατηγορία που μπορεί να της στοιχίσει τη ζωή: τη δολοφονία της Μαίρης Τζέραρντ, της νεαρής γυναίκας που κέρδισε την καρδιά του αρραβωνιαστικού της. Όλα μοιάζουν να συνηγορούν εναντίον της. Υπάρχει ζήλια, υπάρχει ευκαιρία και υπάρχουν περιστατικά που επιτρέπουν στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μια φαινομενικά αδιάσειστη εκδοχή του εγκλήματος. Η ιστορία επιστρέφει στα γεγονότα που προηγήθηκαν. Ένα ανώνυμο γράμμα προειδοποιεί την Έλινορ ότι κάποιος επιχειρεί να επηρεάσει την πλούσια θεία της, Λόρα Βέλμαν, απειλώντας τις κληρονομικές προσδοκίες της οικογένειας. Η Έλινορ και ο αρραβωνιαστικός της, Ρόντυ, επισκέπτονται την ηλικιωμένη γυναίκα. Εκεί συναντούν τη Μαίρη, την οποία η θεία προστατεύει και έχει βοηθήσει να μορφωθεί. Η παρουσία της διαταράσσει αμέσως την εύθραυστη ισορροπία των σχέσεων. Ο Ρόντυ γοητεύεται από τη Μαίρη και η Έλινορ βλέπει το κοινό τους μέλλον να καταρρέει. Περήφανη και συγκρατημένη, δυσκολεύεται να εκφράσει το βάθος της οδύνης της. Η εξωτερική ψυχραιμία της γίνεται αργότερα αντικείμενο παρερμηνείας, καθώς οι άλλοι διαβάζουν τη σιωπή της σαν απόδειξη σκληρότητας. Η Κρίστι αναδεικνύει έτσι πόσο εύκολα η κοινωνική κρίση μετατρέπει μια πληγωμένη γυναίκα σε πιθανή εγκληματία. Όταν η Λόρα πεθαίνει χωρίς διαθήκη, η περιουσία της περνά στην Έλινορ. Ωστόσο, οι επιθυμίες της νεκρής και το ιδιαίτερο ενδιαφέρον της για τη Μαίρη αφήνουν ερωτήματα. Λίγο αργότερα, ένα γεύμα στο κτήμα καταλήγει σε τραγωδία: η Μαίρη πεθαίνει δηλητηριασμένη. Η Έλινορ συλλαμβάνεται και η προσωπική της δυστυχία μετατρέπεται σε δημόσια υπόθεση, όπου κάθε χειρονομία και κάθε προηγούμενη σκέψη εξετάζονται ως ενδείξεις ενοχής. Ο γιατρός Πίτερ Λόρντ, που ενδιαφέρεται βαθιά για εκείνη, ζητά τη βοήθεια του Ηρακλή Πουαρό. Ο ντετέκτιβ αρνείται να αρκεστεί στην προφανή εξήγηση. Ερευνά τις καταθέσεις, τις οικογενειακές σχέσεις και τις λεπτομέρειες της καθημερινότητας. Η νοσοκόμα Χόπκινς, η προέλευση του δηλητηρίου και το παρελθόν της Μαίρης αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Πίσω από την επιφανειακή εικόνα μιας ερωτικής αντιζηλίας αναδύεται ένα πλέγμα οικονομικών συμφερόντων και αποσιωπημένων γεγονότων. Η ένταση κορυφώνεται στο δικαστήριο, όπου η αναζήτηση της αλήθειας συγκρούεται με την πειστικότητα των φαινομένων. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο ποιος σκότωσε, αλλά και αν μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη όταν οι άνθρωποι έχουν ήδη αποφασίσει ποιον θέλουν να θεωρήσουν ένοχο. Χωρίς να περιορίζει την αφήγηση σε ένα ευφυές αστυνομικό τέχνασμα, η Κρίστι συνδέει το μυστήριο με την απώλεια, την αξιοπρέπεια και την ανάγκη να διακρίνουμε το συναίσθημα από την πράξη. Η ζήλια μπορεί να εξηγήσει έναν πόνο· δεν αρκεί, όμως, για να αποδείξει έναν φόνο και να καταδικάσει άνθρωπο. 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖
Η κορυφή μπορεί να γίνει ο πιο έρημος τόπος του ανθρώπου. Στο «Φασγά» ο νεαρός Καζαντζάκης οδηγεί έναν δημιουργό προς τη δόξα και συγχρόνως προς την εσωτερική ερήμωση. Ο βιβλικός τόπος απ’ όπου ο Μωυσής αντικρίζει τη Γη της Επαγγελίας χωρίς να την κατακτήσει γίνεται σύμβολο μιας εκπλήρωσης που διαρκώς απομακρύνεται. Το τραγικό ερώτημα γεννιέται αμέσως: ποια νίκη αξίζει όταν, για να την αποκτήσουμε, έχουμε εγκαταλείψει όσους μας χρειάζονται; Γραμμένο το 1907, το τρίπρακτο δράμα ανήκει στην πρώιμη δημιουργική αναμέτρηση του Καζαντζάκη με τον έρωτα, τη φιλοδοξία και την ηθική ευθύνη. Μέρος της τρίτης πράξης δημοσιεύτηκε στην «Πινακοθήκη» τον Νοέμβριο εκείνης της χρονιάς. Η μεταγενέστερη υποβολή του στον Παντελίδειο διαγωνισμό τοποθετεί το έργο μέσα στους θεσμούς μιας εποχής που ζητούσε από το θέατρο να διαχειριστεί τις επικίνδυνες αντιφάσεις της κοινωνικής ζωής. Εδώ η οικογένεια, η επιθυμία και η δημιουργική αυτονομία συγκρούονται χωρίς ασφαλή διαιτητή. Ο Λώρης, γιατρός και θεατρικός συγγραφέας, εγκαταλείπει τη Μαρία και το παιδί τους για την Ελένη. Αργότερα αποκτά αναγνώριση, αλλά η επιτυχία δεν θεραπεύει την ανικανοποίητη ύπαρξή του. Όταν η Μαρία ζητά βοήθεια για το άρρωστο παιδί, εκείνος την αποπέμπει. Η συγκεκριμένη πράξη αποτελεί τον ηθικό πυρήνα του δράματος: ένας άνθρωπος εκπαιδευμένος να φροντίζει αρνείται τη φροντίδα εκεί όπου η ευθύνη του είναι αδιαμφισβήτητη. Ο συγγραφέας μπορεί να επινοεί ανθρώπινες μοίρες, αλλά ο πατέρας αποστρέφεται τη μοίρα που τον αφορά. Η ψυχολογική του τραγωδία βρίσκεται στην ανάγκη να θεωρεί τον εαυτό του εξαιρετικό. Η δημιουργία γίνεται άλλοθι μιας απαίτησης: να δικαιούται περισσότερη ελευθερία και λιγότερη λογοδοσία από τους άλλους. Δεν αναζητά μονάχα την καλλιτεχνική ολοκλήρωση· απαιτεί να τον απαλλάξει από την ανθρώπινη περατότητα. Γι’ αυτό η δόξα αποδεικνύεται ανεπαρκής. Μπορεί να επιβεβαιώσει το ταλέντο του, δεν μπορεί όμως να καταργήσει την ενοχή. Η τελική του κατάρρευση στο καμπαρέ δίνει εξωτερικό σχήμα σε μια αποσύνθεση που έχει αρχίσει πολύ νωρίτερα. Μετά από μια σφοδρή σύγκρουση με τη γυναίκα του Μαρία, εγκαταλείπει την οικογένειά του και φεύγει με την ερωμένη του. Η Ελένη ενσαρκώνει για εκείνον την υπόσχεση μιας ζωής απαλλαγμένης από δεσμούς. Ωστόσο, ο χαρακτηρισμός της ως μοιραίας γυναίκας χρειάζεται κριτική προσοχή. Εάν της αποδώσουμε ολόκληρη την καταστροφή, αθωώνουμε τον άνδρα που αποφασίζει. Η φυγή της αποκαλύπτει κυρίως πόσο επισφαλές ήταν το οικοδόμημα των προσδοκιών του. Ο Λώρης ζητούσε από έναν ερωτικό δεσμό να εξασφαλίσει μόνιμη υπαρξιακή πληρότητα. Κανένας άνθρωπος δεν αντέχει να γίνει η αποκλειστική απάντηση στην αγωνία ενός άλλου. Η Μαρία φέρει το βάρος της εγκατάλειψης και της μητρικής αγωνίας. Η παρουσία της στο τέλος μπορεί να διαβαστεί ως έλεος, όχι όμως ως υποχρέωση της πληγωμένης γυναίκας να περιθάλπει εκείνον που την πλήγωσε. Αυτή η διάκριση έχει σημασία. Η αγάπη της αποκτά ηθικό μέγεθος επειδή προσφέρεται· θα έχανε το μέγεθός της εάν απαιτούνταν. Οι προτεινόμενες αυτοβιογραφικές αντιστοιχίες φωτίζουν πιθανές προσωπικές αφετηρίες, αλλά δεν εξαντλούν τους χαρακτήρες ούτε μετατρέπουν τη δραματουργία σε πιστοποιητικό οικογενειακής ιστορίας. Η συμβολιστική ένταση του έργου στηρίζεται στην απόσταση ανάμεσα στο όραμα και στην κατάκτηση. Η συναισθηματική υπερβολή, οι ισχυρές αντιθέσεις και η οριακή κατάληξη τροφοδοτούν τη θεατρικότητά του, αλλά δημιουργούν και τον κίνδυνο σχηματοποίησης. Η γυναίκα του καθήκοντος απέναντι στη γυναίκα του πάθους μπορεί εύκολα να περιορίσει τη σύνθετη ανθρώπινη εμπειρία. Για μένα, το έργο αποκτά τη μεγαλύτερη δύναμή του όταν ξεπερνά αυτό το δίπολο και στρέφει την κρίση στον ίδιο τον δημιουργό. Η δημόσια αναγνώριση συχνά συγχέεται με την προσωπική δικαίωση. Το «Φασγά» αρνείται αυτή τη σύγχυση. Μερικά χρόνια αργότερα, επιτυχημένος δραματουργός, ζει με την Ελένη και τη θετή τους κόρη· έχει κερδίσει τη δόξα αλλά δεν είναι ευτυχισμένος. Η Μαρία τον επισκέπτεται και του ζητά βοήθεια για το άρρωστο παιδί τους, αλλά εκείνος τη διώχνει. Μετά από αρκετό καιρό, γλεντά σ' ένα καμπαρέ ξεπεσμένος και μόνος, αφού η Ελένη τον έχει εγκαταλείψει. έχει κερδίσει τη δόξα αλλά δεν είναι ευτυχισμένος...Μισότρελος από τις τύψεις του, ξεψυχά στην αγκαλιά της πρώην γυναίκας του. Αφήνει όμως μια τελευταία, οδυνηρή γνώση: η κορυφή δεν βρίσκεται ψηλότερα από τους ανθρώπους. Κι όποιος τους πατά για να ανεβεί μπορεί να φτάσει στη δόξα, αλλά θα έχει χάσει τον τόπο όπου θα μπορούσε πραγματικά να σταθεί. Λαμβάνουν μέρος οι ηθοποιοί: Χρήστος Βαλαβανίδης Τάκης Βουλαλάς Ολια Λαζαρίδου Ράνια Οικονομίδου Δημήτρης Πουλικάκος Ανδρέας Φιλιππίδης © Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρονομιάς 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖
Τεκμηρίωση του ιστορικού πλαισίου: η νουβέλα δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 1947. Ένας νεκρός εμφανίζεται ανάμεσα στους θεατές μιας επίδειξης μόδας. Η Σίνθια αναγνωρίζει τον θείο της και μαζί του βλέπει να καταρρέει ένας ολόκληρος χρόνος πένθους. Το τρομακτικό δεν είναι ότι ένας άνθρωπος επιστρέφει από τον θάνατο. Είναι ότι οι ζωντανοί καλούνται να λογοδοτήσουν για όσα θεώρησαν οριστικά θαμμένα. Στον «Ζωντανό», ο Ρεξ Στάουτ μετατρέπει μια απίθανη αναγνώριση σε δοκιμασία της ανθρώπινης αξιοπιστίας. Ο Πωλ Νίντερ, σχεδιαστής μόδας που θεωρούνταν αυτόχειρας, γίνεται ξανά παρουσία μέσα σε έναν κόσμο που είχε ήδη τακτοποιήσει την απουσία του. Η ανιψιά του προσφεύγει στον Νίρο Γουόλφ. Όμως η αναζήτηση ενός ανθρώπου εξελίσσεται σε έρευνα εγκλήματος και κάθε απάντηση υποχρεώνει τους εμπλεκομένους να αναμετρηθούν με όσα απέκρυψαν. Ο Γουόλφ αντιτάσσει στην αναστάτωση την πειθαρχία της σκέψης. Η ακινησία του δεν δηλώνει αδιαφορία· αποτελεί άρνηση να παρασυρθεί από την πρώτη πειστική εξήγηση. Ο Άρτσι Γκούντγουιν, αφηγητής της ιστορίας, δίνει στην έρευνα κίνηση, ειρωνεία και ανθρώπινη θερμοκρασία. Ανάμεσά τους σχηματίζεται μια δημιουργική ένταση: η εμπειρία δοκιμάζει τη λογική και η λογική ελέγχει την εμπειρία. Η Σίνθια, πάλι, διεκδικεί κάτι βαθύτερο από μια πληροφορία. Θέλει να γνωρίζει αν η οδύνη της στηρίχθηκε στην πραγματικότητα ή στην απόφαση κάποιου άλλου να την εξαπατήσει. Ο Νίντερ φέρνει στο προσκήνιο τον πειρασμό της φυγής. Να εγκαταλείψεις το όνομά σου, να αφήσεις άλλους να σηκώσουν το βάρος της απουσίας σου, να πιστέψεις πως έτσι ακυρώνεται το παρελθόν. Αυτή η επιλογή έχει ψυχικό κόστος: στερεί από τους ανθρώπους που μένουν ακόμη και το δικαίωμα να πενθήσουν γνωρίζοντας την αλήθεια. Στο μεταπολεμικό αστικό περιβάλλον του έργου, ο οίκος μόδας αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η εμφάνιση αποτελεί επάγγελμα, εμπόρευμα και κοινωνικό διαβατήριο. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Στάουτ εξετάζει πόσο εύκολα η προσεγμένη εικόνα μπορεί να υποκαταστήσει την ηθική αξιοπιστία. Το ερώτημα παραμένει επίκαιρο στην εποχή της δημόσιας αυτοπαρουσίασης: πόσα γνωρίζουμε για κάποιον επειδή βλέπουμε όσα επιλέγει να μας δείξει; Στη δική μου αφηγηματική προσέγγιση, με ενδιαφέρει αυτή η απόσταση ανάμεσα στη δήλωση και στην πρόθεση. Η ειρωνεία του Άρτσι, η επιμονή του Γουόλφ και η ταραχή της Σίνθια ζητούν διαφορετικό εσωτερικό ρυθμό. Το μυστήριο αναπτύσσεται και στην ακρόαση: σε μια λέξη που τονίζεται, σε μια απάντηση που καθυστερεί, σε μια βεβαιότητα που αρχίζει να αμφισβητείται. Η δύναμη του «Ζωντανού» βρίσκεται τελικά στην ηθική του απαίτηση. Η εξαφάνιση μεταφέρει την ευθύνη στους άλλους. Δεν την εξαλείφει. Και όποιος επιστρέφει στη ζωή οφείλει να αντικρίσει τις ζωές που άφησε πίσω του. 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖
Καλωσόρισες στην κόλαση, γλυκιά μου του Βασίλη Δανέλλη και Ακόμα κι οι φίλοι σκοτώνουν του Γιάννη Ράγκου 00:00 Πρόλογος 01:25 Ακόμα κι οι φίλοι σκοτώνουν του Γιάννη Ράγκου 28:15 Καλωσόρισες στην κόλαση, γλυκιά μου του Βασίλη Δανέλλη 1:15 Επίλογος Η κόλαση αρχίζει όταν ο άλλος παύει να είναι άνθρωπος και γίνεται ευκαιρία. Ένα βλέμμα υπόσχεται έρωτα, μια φιλική κουβέντα προσφέρει ασφάλεια και πίσω από τις λέξεις καταστρώνεται ο λογαριασμός. Στο «Καλωσόρισες στην κόλαση, γλυκιά μου» του Βασίλη Δανέλλη και στο «Ακόμα κι οι φίλοι σκοτώνουν» του Γιάννη Ράγκου, το αστυνομικό ενδιαφέρον γεννιέται μέσα στην οικειότητα. Εκεί όπου χαμηλώνουμε την άμυνά μας, επειδή πιστεύουμε πως κάποιος μας επιθυμεί ή μας νοιάζεται. Στην ιστορία του Δανέλλη, η Αλεξάνδρα εργάζεται στην υποδοχή ενός μαγαζιού και βρίσκεται στο επίκεντρο μιας ερωτικής διεκδίκησης. Ο επιχειρηματίας Δημήτρης Σίμογλου και ο συνεσταλμένος Μάριος συγκρούονται για την εύνοιά της. Ωστόσο, η φαινομενικά γνώριμη γεωμετρία του τριγώνου αποκτά διαφορετικό βάρος όταν αποκαλύπτεται η εκβιαστική της δράση. Το φλερτ μετατρέπεται σε διαπραγμάτευση ισχύος. Η επιθυμία προσφέρει πρόσβαση και η πρόσβαση γίνεται μέσο επιβολής. Η Αλεξάνδρα ενδιαφέρει ακριβώς επειδή η γοητεία της δεν αναιρεί την αδίστακτη συμπεριφορά της. Η συμπάθεια που μπορεί να προκαλέσει δοκιμάζει την κρίση μας: πόσο εύκολα συγχωρούμε όποιον ξέρει να μας κερδίζει; Δεν χρειάζεται να της επινοήσουμε κάποιο τραυματικό παρελθόν για να κατανοήσουμε τη λειτουργία της. Η συμπεριφορά της φανερώνει μια συνειδητή εργαλειοποίηση της έλξης, μέσα στην οποία η ανταπόκριση του άλλου αντιμετωπίζεται ως αξιοποιήσιμη αδυναμία. Απέναντί της, οι δύο άνδρες εκθέτουν διαφορετικές ανάγκες. Στον Σίμογλου μπορούμε να διακρίνουμε την πιθανή σύγχυση ανάμεσα στην οικονομική επιτυχία και στο δικαίωμα της κατάκτησης. Στον Μάριο, την ευάλωτη προσδοκία ότι η ερωτική αποδοχή θα επιβεβαιώσει την προσωπική του αξία. Η αντιπαλότητά τους στενεύει την αντίληψή τους: απασχολημένοι με το ποιος θα επικρατήσει, δυσκολεύονται να αναρωτηθούν τι πραγματικά συμβαίνει. Το κρίσιμο ερώτημα γίνεται αν βλέπουν την Αλεξάνδρα ή μόνο τον εαυτό τους μέσα στην επιθυμία τους. Ο Ράγκος μεταφέρει την ένταση από το ερωτικό παιχνίδι στη δοκιμασία της φιλίας. Μια βροχερή νύχτα, ο Αριστείδης Ιερομνήμων παραβιάζει ένα παλιομοδίτικο κατάστημα λαχείων και ΠΡΟΠΟ. Έχει ήδη γνωρίσει τη φυλακή και διαθέτει την τεχνική ψυχραιμία του έμπειρου διαρρήκτη. Η συνάντησή του με ένα μεγάλο χρηματικό ποσό αλλάζει τον ορίζοντα της ζωής του. Ανοίγει την προοπτική μιας εξόδου από την παρανομία, μαζί με φόβους που η εμπειρία του στις κλειδαριές δεν αρκεί να αντιμετωπίσει. Ο Αριστείδης γνωρίζει πώς παραβιάζεται μια πόρτα. Δεν διαθέτει ανάλογη βεβαιότητα απέναντι στις προθέσεις των ανθρώπων. Η ανάγκη του να στηριχθεί στον Βαρώνο προσδίδει στην ιστορία ψυχολογικό βάθος: η εμπιστοσύνη προσφέρεται εκεί όπου η αυτοπεποίθηση εξαντλείται. Ο φίλος αποκτά δύναμη επειδή γνωρίζει την ανασφάλεια του άλλου και μπορεί να μιλήσει τη γλώσσα της προστασίας. Χωρίς να προδώσουμε την εξέλιξη, αρκεί να προσέξουμε πόσο επικίνδυνη γίνεται η συμβουλή όταν ο αποδέκτης της παραιτείται από την κρίση του. Τα κοινωνικά περιβάλλοντα των δύο ιστοριών έχουν ιδιαίτερη σημασία. Το επιχειρηματικό κύρος, η εργασία στην υποδοχή, το συνοικιακό πρακτορείο και η προσδοκία του μεγάλου κέρδους συγκροτούν έναν κόσμο όπου χρήμα και αναγνώριση συνδέονται στενά. Το υλικό δεν επιτρέπει ασφαλή χρονολόγηση. Επιτρέπει όμως να αναγνωρίσουμε κοινωνικές νοοτροπίες με διάρκεια: την επιτυχία ως απόδειξη αξίας και τον ξαφνικό πλουτισμό ως υπόσχεση ελευθερίας. Στη σημερινή εποχή, αυτές οι ιστορίες αγγίζουν την εξοικείωσή μας με σχέσεις που ζητούν γρήγορη εμπιστοσύνη. Προσωπικά, βρίσκω το ουσιαστικό τους βάρος στη στιγμή όπου η ανθρώπινη ανάγκη συναντά κάποιον πρόθυμο να την εκμεταλλευτεί. Η επιθυμία για αγάπη, αποδοχή ή ασφάλεια δεν αποτελεί ηθικό ελάττωμα. Η εκμετάλλευσή της αποτελεί επιλογή. Και το χρέος που αφήνουν τα δύο έργα στον ακροατή είναι απαιτητικό: να διατηρεί την κρίση του χωρίς να νεκρώνει την τρυφερότητά του. Γιατί η αξιοπρέπεια δοκιμάζεται όταν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε έναν άνθρωπο και αποφασίζουμε αν θα το κάνουμε. © Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρονομιάς Καλωσόρισες στην κόλαση, γλυκιά μου του Βασίλη Δανέλλη Σκηνοθεσία: Γιάννης Χουβαρδάς Μουσική σύνθεση: Θοδωρής Οικονόμου Ακούγονται οι ηθοποιοί: Στέλλα Βογιατζάκη, Πολύδωρος Βογιατζής, Aκύλλας Καραζήσης, Δημήτρης Μπίτος, Άλκηστις Πουλοπούλου, Άντα Πουράνη, Χάρης Φραγκούλης Φωνητικά Αλεξάνδρα Λέρτα Ακόμα κι οι φίλοι σκοτώνουν του Γιάννη Ράγκου Παραγωγή - Μουσική επιμέλεια - Σκηνοθεσία: Αντέλα Μέρμηγκα Αφηγητής ο Δημήτρης Πουλικάκος Ακούγονται οι ηθοποιοί: Κώστας Δαρλάσης, Νίκος Σιδέρης, Βασίλης Χατζής 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖
🎭 Μπάαλ του Μπέρτολτ Μπρέχτ: Το ταλέντο δεν αθωώνει τη σκληρότητα Ο Μπάαλ διψά για τη ζωή σαν να θέλει να την καταπιεί ολόκληρη. Ποίηση, σώματα, κρασί και ουρανός γίνονται τροφή μιας επιθυμίας που αρνείται κάθε όριο. Ο Μπέρτολτ Μπρέχτ αφήνει αυτόν τον προκλητικό ποιητή να μας γοητεύσει, δίχως να μας επιτρέπει να ξεχάσουμε όσους πληρώνουν τη γοητεία του. Κι εκεί αρχίζει η πραγματική δοκιμασία του έργου: στη στιγμή που ο θαυμασμός μας χρειάζεται να λογοδοτήσει. Γραμμένος αρχικά το 1918, όταν ο Μπρέχτ ήταν μόλις είκοσι ετών, ο «Μπάαλ» γεννήθηκε ως αντίλογος στον «Μοναχικό» του Χανς Γιοστ και στη δραματική εξιδανίκευση του ποιητή Γκράμπε. Η χρονολογία 1922 αφορά μεταγενέστερη εκδοχή του. Η διάκριση έχει σημασία: εδώ συναντούμε έναν νεαρό συγγραφέα που ήδη δυσπιστεί απέναντι στο φωτοστέφανο της ιδιοφυΐας και αρνείται να θεωρήσει την αντικοινωνική συμπεριφορά απόδειξη πνευματικής ανωτερότητας. Η αστική κοινωνία υποδέχεται τον Μπάαλ ως αξιοπερίεργο ταλέντο, πρόθυμη να στεγάσει την ποίησή του όσο μπορεί να ελέγχει τον ποιητή. Εκείνος ανταποδίδει τη φιλοξενία με περιφρόνηση, ερωτικές προκλήσεις και παραβίαση των συμφωνημένων ορίων. Από τα σαλόνια περνά στα καπηλειά, στους δρόμους και στα δάση. Η περιπλάνησή του συγκροτείται από διαδοχικά επεισόδια, όπου κάθε συνάντηση αποκαλύπτει την ίδια σύγκρουση: λαχταρά την ανθρώπινη παρουσία, αλλά δυσφορεί μόλις αυτή αποκτήσει ανάγκες, απαιτήσεις ή δικαιώματα. Ψυχολογικά, ο Μπάαλ μπορεί να διαβαστεί ως άνθρωπος που συγχέει την ελευθερία με την ανεμπόδιστη ικανοποίηση. Η ακόρεστη αισθησιακή του ορμή μοιάζει να πολεμά την επίγνωση της φθοράς. Θέλει διαρκώς περισσότερη ζωή, επειδή καμία απόλαυση δεν κατορθώνει να τον καθησυχάσει. Η τρυφερότητα προϋποθέτει να παραχωρήσεις χώρο στον άλλον· εκείνος θέλει να τον καταλάβει. Έτσι, η ποιητική ευαισθησία συνυπάρχει με μια εντυπωσιακή ανικανότητα ευθύνης. Μπορεί να αισθάνεται βαθιά τον ουρανό και να προσπερνά τον πόνο του ανθρώπου δίπλα του. Ο Γιοχάνες φωτίζει μια διαφορετική αδυναμία: την ανάγκη του θαυμαστή να παραδώσει την κρίση του στο είδωλό του. Η μαθητεία γίνεται επικίνδυνη όταν η γοητεία υποκαθιστά τη συνείδηση. Η Γιοχάνα και η Σοφί, από την άλλη, φανερώνουν το άνισο κόστος της ερωτικής ελευθερίας μέσα σε έναν κόσμο που επιτρέπει στον άντρα να περιπλανιέται και φορτώνει στη γυναίκα την κοινωνική καταδίκη. Ο Έκαρτ, σύντροφος της περιπλάνησης και φορέας μιας ιδιαίτερης οικειότητας, δοκιμάζει την ικανότητα του Μπάαλ να δεχτεί δίπλα του μια ανεξάρτητη ύπαρξη. Ο κόσμος του έργου κουβαλά τις αντιφάσεις της ευρωπαϊκής αστικής κοινωνίας των αρχών του εικοστού αιώνα: καλλιεργημένα σαλόνια, εμπορευματοποιημένη τέχνη, σεξουαλική υποκρισία και ασφυκτικές ιεραρχίες. Ο Μπρέχτ, ωστόσο, δεν χαρίζει στον ήρωά του ηθική ασυλία επειδή αποκαλύπτει αυτή την υποκρισία. Η κοινωνική άρνηση παραμένει ανολοκλήρωτη όταν αναπαράγει την κυριαρχία πάνω στους πιο ευάλωτους. Ο άνθρωπος που περιφρονεί τους ισχυρούς μπορεί να γίνει εξίσου αυταρχικός απέναντι σε όσους τον αγαπούν. Η δραματουργική δύναμη βρίσκεται ακριβώς στην τριβή ανάμεσα στον λυρισμό και την ωμότητα. Οι εικόνες της φύσης διευρύνουν τον ορίζοντα, ενώ οι ανθρώπινες σχέσεις τον στενεύουν ασφυκτικά. Οι απότομες μεταβάσεις δεν μας προσφέρουν την άνεση μιας ομαλής ψυχολογικής εξήγησης. Μας υποχρεώνουν να συγκρατήσουμε συγχρόνως την ομορφιά της φωνής και τη βαρβαρότητα της πράξης. Το έργο αντιστέκεται έτσι τόσο στην εύκολη αγιοποίηση όσο και στην αυτάρεσκη καταδίκη. Στη δική μου ανάγνωση, αυτή είναι και η οδυνηρή επικαιρότητά του. Σήμερα, που η δημόσια γοητεία συχνά μετατρέπεται σε άδεια συμπεριφοράς, ο «Μπάαλ» ζητά να εξετάσουμε τι συγχωρούμε στους χαρισματικούς ανθρώπους. Πόσο εύκολα βαφτίζουμε την περιφρόνηση αυθεντικότητα και την εκμετάλλευση πάθος; Η τέχνη μπορεί να διευρύνει τη συνείδηση, αλλά το ταλέντο από μόνο του δεν εγγυάται ανθρωπιά. Ο ουσιαστικός απόηχος του έργου μένει εδώ: η ελευθερία δοκιμάζεται όταν ο άλλος στέκεται απέναντί μας με τη δική του ζωή. Κι όποιος απαιτεί ολόκληρο τον κόσμο για τον εαυτό του, έχει ήδη αρχίσει να αδειάζει τον κόσμο από ανθρώπους. © Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρονομιάς Συντελεστές & Ηθοποιοί: . Συγγραφέας: Μπέρτολτ Μπρέχτ (Berthold Brecht) . Μετάφραση . Δραματουργική Διασκευή: Πέτρος Μάρκαρης . Σκηνοθεσία: Κωστής Τσώνος . Μουσική Σύνθεση: Μάρκος Μωυσίδης . Κιθάρα: Γιώργος Λαμπάτος . Επιμέλεια Ήχων: Δόμνα Ακατογλίδου Στεφάνου . Ρύθμιση Ήχου: Νίκος Χανιώτης, Γιάννης Παπαδόπουλος . Παραγωγή: Βίκυ Μουνδρέα ⠀ Παίζουν οι ηθοποιοί (με τη σειρά που ακούστηκαν): . Φάνης Χινάς . Μηνάς Χατζησάββας . Μαρία Μήχα . Γιώργος Κέντρος . Σοφοκλής Πέπας . Καριοφυλιά Καραμπέτη . Έλενα Παπαδοπούλου . Γιώργος Λέφας . Μανώλης Πουλιάσης . Λουίζα Μιτσάκου . Νάντια Μουρούζη . Λουκία Πιστιόλα . Κική Φιλιππίδου . Έλενα Φωτεινάκη . Στον ρόλο του Μπάαλ ο Χρήστος Τσάγκας ⠀ 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖
Η σκανδάλη πατιέται σε μια στιγμή· το νόημα του πυροβολισμού δικάζεται για πάντα. Στα «Βρώμικα χέρια», ο Ζαν Πολ Σαρτρ στήνει μια αναμέτρηση ανάμεσα στην ανάγκη να αλλάξει ο κόσμος και στην επιθυμία να παραμείνει άσπιλος εκείνος που τον αλλάζει. Η πολιτική εισβάλλει στην κρεβατοκάμαρα και η πληγωμένη επιθυμία επιστρέφει οπλισμένη στην Ιστορία. Κανείς δεν βγαίνει αθώος από αυτή τη συνάντηση. Το έργο, που πρωτοπαρουσιάστηκε το 1948, μεταφέρει τη δράση στη φανταστική Ιλλυρία, μέσα στη δίνη του πολέμου. Η αφήγηση ξεκινά το 1945, όταν ο Ούγκο επιστρέφει από τη φυλακή, και ανασυνθέτει τη δολοφονία που διέπραξε δύο χρόνια νωρίτερα. Αυτή η δραματουργική επιστροφή μετατρέπει τη σκηνή σε άτυπο δικαστήριο: δεν εξετάζεται μόνο τι συνέβη, αλλά ποιος δικαιούται να ορίσει τη σημασία του. Ο νεαρός διανοούμενος εγκαταλείπει την αστική καταγωγή του και προσχωρεί στο επαναστατικό κόμμα, αναζητώντας μια ζωή που να δικαιολογεί την ύπαρξή του. Η αποστολή να δολοφονήσει τον Χέντερερ υπόσχεται κάτι περισσότερο από κομματική αναγνώριση: του προσφέρει την τρομακτική δυνατότητα να αποδείξει ότι μπορεί να πράξει. Γίνεται γραμματέας του υποψήφιου θύματός του και ανακαλύπτει πως ο υποτιθέμενος προδότης διαθέτει ανθρώπινο βάρος μεγαλύτερο από τις κατηγορίες εναντίον του. Η ακαμψία του Ούγκο δεν εξαντλείται στον ιδεολογικό φανατισμό. Κάτω από την προσήλωσή του στις αρχές πάλλεται η ντροπή ενός ανθρώπου που δεν έχει πεινάσει όπως εκείνοι τους οποίους θέλει να εκπροσωπήσει. Χρειάζεται μια ακραία πράξη για να εξαγοράσει το προνόμιό του. Έτσι, η επανάσταση κινδυνεύει να γίνει προσωπική τελετή αυτοδικαίωσης. Θέλει να υπηρετήσει τους καταπιεσμένους, αλλά δυσκολεύεται να τους συναντήσει έξω από το ιδανικό σχήμα που έχει κατασκευάσει. Απέναντί του, ο Χέντερερ υπερασπίζεται τη συμμαχία με πολιτικούς αντιπάλους, υπολογίζοντας συσχετισμούς, ανθρώπινες απώλειες και την επόμενη ημέρα. Θα ήταν φτωχή ανάγνωση να τον περιορίσουμε στον κυνικό μακιαβελισμό. Η διαλλακτικότητά του γεννιέται και από την αναγνώριση ότι οι άνθρωποι δεν περισσεύουν για χάρη της θεωρίας. Ωστόσο, η πρακτική του σοφία δεν τον απαλλάσσει από τον έλεγχο: ποιος αποφασίζει πόσο ψέμα επιτρέπεται και πόσο αίμα μπορεί να δικαιολογήσει ένας σκοπός; Η Τζέσικα διαταράσσει αυτή την ανδρική μονομαχία χωρίς να αποτελεί απλώς ερωτικό πρόσχημα. Η ειρωνεία της αποκαλύπτει πόσο θεατρικά υποδύεται ο Ούγκο τον επαναστάτη και πόσο πραγματικός τού φαίνεται ο Χέντερερ. Αναζητά παρουσία, επαφή, έναν άνθρωπο που να την ακούει. Όταν ο Ούγκο αντικρίζει το φιλί τους, η ζήλια συμπλέκεται με την ταπείνωση και τον κλονισμένο θαυμασμό του. Ο φόνος δεν εξηγείται πια από μία αιτία· η πολιτική εντολή και το προσωπικό τραύμα έχουν γίνει αξεδιάλυτα. Αυτή η αδυναμία μιας καθαρής εξήγησης αποτελεί τη θεατρική δύναμη του έργου. Οι διάλογοι λειτουργούν ως πράξεις: κάθε επιχείρημα μετακινεί μια σχέση, κάθε υποχώρηση απειλεί μια ταυτότητα. Ο Σαρτρ δεν αφήνει τη φιλοσοφία να αιωρείται πάνω από τα πρόσωπα. Την αναγκάζει να κατοικήσει στον φόβο, στην έλξη, στην ανάγκη αποδοχής. Ακόμη και η πατρική γενναιοδωρία του Χέντερερ πληγώνει τον Ούγκο, επειδή του προσφέρει προστασία εκεί όπου εκείνος απαιτεί ισοτιμία. Ο Λουί εκφράζει τη μηχανή που μεταβάλλει τις ανθρώπινες ζωές σε αναλώσιμο υλικό. Η Όλγα, περισσότερο σύνθετη, επιχειρεί να διασώσει τον Ούγκο μέσα στους όρους αυτής της μηχανής. Όταν το κόμμα υιοθετεί την πολιτική του δολοφονημένου Χέντερερ, ο επιζών δολοφόνος γίνεται ενοχλητικό τεκμήριο της προηγούμενης γραμμής. Η εξουσία ζητά να αναταξινομήσει το έγκλημα ώστε να προστατεύσει τη σημερινή της αφήγηση. Εδώ αισθάνομαι το έργο οδυνηρά σημερινό. Κάθε οργανωμένη εξουσία που απαιτεί υπακοή αντί κρίσης μπορεί να μετατρέψει τη συνείδηση σε διοικητικό εμπόδιο. Και κάθε άνθρωπος που αγαπά περισσότερο την εικόνα της ακεραιότητάς του από τους συνανθρώπους του μπορεί να γίνει επικίνδυνος στο όνομα του καλού. Το τελικό «Μη αξιοποιήσιμος» δεν είναι εύκολη αποθέωση της ελευθερίας. Περιέχει ευθύνη, αντίσταση και ίσως την τελευταία ακαμψία του Ούγκο. Η επιλογή του δεν ανασταίνει τον νεκρό ούτε καθαγιάζει τον φόνο. Αφήνει όμως ένα αμείλικτο αίτημα: να αναλαμβάνουμε τις πράξεις μας χωρίς να βαφτίζουμε την ενοχή αναγκαιότητα. Γιατί η συνείδηση αρχίζει εκεί όπου τελειώνει το άλλοθι. Ηχογράφηση: 1977 Ραδιοσκηνοθεσία: Κώστας Μπάκας Ακούγονται οι ηθοποιοί: Γιάννης Φέρτης, Μαρία Σκούντζου, Αλμπέρτο Εσκενάζυ, Θόδωρος Σαρρής, Ντίνος Δουλγεράκης, Δημήτρης Αστεριάδης, Άννα Βενέτη, Δημήτρης Ιωακειμίδης, Κυριάκος Ντούμος, Άγγελος Αντωνόπουλος, Νίκος Μπουσδούκος, Μάκης Ρευματάς 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖
Μια γυναίκα αποφασίζει να γίνει μνημείο πριν προλάβει να ζήσει. Δίπλα στη σαρκοφάγο του ηλικιωμένου συζύγου της, ετοιμάζει τον δικό της θάνατο σαν ύστατη δημόσια εμφάνιση. Ο Ζαν Κοκτώ εισάγει σε αυτή την επιβλητική σκηνοθεσία μια παραφωνία: έναν νέο άνδρα. Και ξαφνικά, η αθανασία της αρετής δυσκολεύεται να συναγωνιστεί τη ζεστασιά ενός ζωντανού σώματος. Γραμμένο το 1936 για την Αρλετί και παρουσιασμένο στο παρισινό μιούζικ χολ A.B.C., το «Σχολείο για χήρες» αντλεί την αφετηρία του από τη «Χήρα της Εφέσου» του Πετρώνιου. Ο Κοκτώ επέμενε ότι η μικρή αυτή φάρσα στηριζόταν στην κίνησή της: η επιβράδυνση θα κατέστρεφε τον μηχανισμό της. Πρόκειται για ουσιώδη δραματουργική παρατήρηση. Εδώ, η σκέψη γεννιέται από την ταχύτητα με την οποία η ανθρώπινη φύση διαψεύδει τις μεγαλόστομες διακηρύξεις της. Η νεαρή χήρα έχει κλειστεί στον νεκρικό χώρο μαζί με την παραμάνα της, αποφασισμένη να πεθάνει κοντά στον σύζυγό της. Η παρουσία ενός ντροπαλού, ελκυστικού φύλακα προσφέρει στην πρακτική συνοδό το μέσο για να ανατρέψει αυτή την απόφαση. Η πλοκή μοιάζει απλή επειδή ο συγγραφέας συμπυκνώνει τη σύγκρουση σε τρεις διαφορετικές σχέσεις με τη ζωή: την επιδεικτική άρνησή της, την έμπρακτη υπεράσπισή της και την αδιαμεσολάβητη γοητεία της. Στη δική μου ανάγνωση, η χήρα δεν εξαντλείται στον χαρακτηρισμό της ματαιόδοξης. Η ανάγκη της να αναγνωριστεί ως υπόδειγμα πίστης φανερώνει μια προσωπικότητα που αναζητεί την αξία της στην κρίση των άλλων. Ακόμη και απομονωμένη, εξακολουθεί να ζει μπροστά σε ένα φανταστικό ακροατήριο. Η κοινωνική επιδοκιμασία έχει εγκατασταθεί μέσα της σαν αυστηρός επιτηρητής. Επιλέγοντας τον θάνατο, επιχειρεί να στερεώσει οριστικά την εικόνα της, να την απαλλάξει από τις αντιφάσεις που συνοδεύουν κάθε ζωντανό άνθρωπο. Η παραμάνα αντιτάσσει σε αυτή την τελετουργία την ευφυΐα της επιβίωσης. Δεν χρειάζεται μεγαλόπνοη επιχειρηματολογία για να καταλάβει ότι η αφοσίωση γίνεται παράλογη όταν απαιτεί δύο θανάτους. Η πρακτικότητά της περιέχει μια ηθική φροντίδας: σώζει την κυρία της από την καταστροφική συνέπεια της απόφασής της. Συγχρόνως, αποκτά τη δραματουργική πρωτοβουλία. Η κοινωνικά υποδεέστερη γυναίκα γίνεται η πραγματική σκηνοθέτης της δράσης, επειδή γνωρίζει όσα η κυρία της προσπαθεί να ξεχάσει. Ο φύλακας, πάλι, δεν χρειάζεται να εμφανιστεί ως θριαμβευτής κατακτητής. Η συστολή του κάνει αποτελεσματικότερη την παρουσία του. Απέναντι στην κατασκευασμένη μεγαλοπρέπεια του πένθους, η νεότητα διαθέτει την πειστικότητα της αναπνοής. Ωστόσο, ο χαρακτήρας λειτουργεί κυρίως ως καταλύτης. Το βάρος της σύγκρουσης παραμένει στις δύο γυναίκες και στον τρόπο με τον οποίο διαπραγματεύονται την επιθυμία, το καθήκον και την ελευθερία. Ο τίτλος παραπέμπει εύλογα στη μολιερική παράδοση της κωμικής μαθητείας. Εδώ, όμως, το μάθημα αφορά την απομάθηση: η χήρα καλείται να εγκαταλείψει όσα έχει διδαχθεί για την υποδειγματική γυναικεία συμπεριφορά. Μέσα στην αστική ευπρέπεια που σατιρίζεται, η γυναίκα οφείλει να αποδεικνύει την αρετή της περιορίζοντας τη ζωή της. Το εύρημα του Κοκτώ αναδεικνύει πόσο βίαιη μπορεί να γίνει μια κοινωνική απαίτηση όταν περιβάλλεται με το κύρος της ηθικής. Η φάρσα, βεβαίως, έχει και το όριό της. Η γρήγορη μεταστροφή δεν επιτρέπει εκτενή διερεύνηση της απώλειας και μπορεί να συντηρήσει το εύκολο στερεότυπο της ευμετάβλητης γυναίκας. Η ουσιαστικότερη ανάγνωση αρχίζει όταν μετατοπίσουμε το ενδιαφέρον από τη γυναικεία αστάθεια στην ανθρώπινη αιχμαλωσία μέσα σε μια επιθυμητή εικόνα. Σήμερα, αυτή η αιχμαλωσία βρίσκει καινούργια ακροατήρια στις δημόσιες επιδείξεις ευτυχίας, αφοσίωσης ή οδύνης. Με συγκινεί περισσότερο η στιγμή κατά την οποία η ηρωίδα παύει να υπηρετεί το μελλοντικό της μνημείο και ξαναγίνεται άνθρωπος. Το ηθικό κέρδος του έργου βρίσκεται σε αυτή την επιστροφή. Η μνήμη του νεκρού δεν χρειάζεται έναν δεύτερο νεκρό για να δικαιωθεί. Κανένας άνθρωπος δεν οφείλει να μετατρέψει την υπόλοιπη ζωή του σε αποδεικτικό αγάπης. Σκηνοθεσία: Βασίλης Νικολαΐδης Ακούγονται οι ηθοποιοί: Μαίρη Αρώνη, Τζόλυ Γαρμπή, Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος, Μιράντα Ζαφειροπούλου 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖
Ο Ηρακλής Πουαρό, που αντιμετωπίζει το έγκλημα με ατάραχη αυτοπεποίθηση, φοβάται την οδοντιατρική καρέκλα. Η Αγκάθα Κρίστι ξεκινά από αυτή τη μικρή ανθρώπινη ήττα για να μας οδηγήσει σε μια πολύ μεγαλύτερη δοκιμασία της συνείδησης. Ένας οδοντίατρος βρίσκεται νεκρός και η καθημερινή τάξη αποκτά ξαφνικά την όψη επιμελημένης σκηνοθεσίας. Στο «Μια σφαίρα στο κρανίο», η έρευνα αναζητεί τον ένοχο ενώ συγχρόνως εξετάζει ποιος δικαιούται να ορίζει την αξία μιας ανθρώπινης ζωής. Το μυθιστόρημα κυκλοφόρησε στην Αγγλία το 1940 ως “One, Two, Buckle My Shoe”. Η παιδική αρίθμηση που οργανώνει τα κεφάλαιά του δημιουργεί μια σχεδόν ανατριχιαστική αντίστιξη: ο γνώριμος ρυθμός της αθωότητας συνοδεύει την προοδευτική αποκάλυψη μιας ενήλικης αγριότητας. Η Κρίστι χρησιμοποιεί το τραγουδάκι ως μορφικό σκελετό και ως ειρωνικό υπόστρωμα. Καθώς οι αριθμοί προχωρούν, η βεβαιότητα υποχωρεί. Ο κόσμος εξακολουθεί να μετρά κανονικά ενώ οι άνθρωποί του χάνουν το έδαφος κάτω από τα πόδια τους. Ο θάνατος του Χένρι Μόρλεϋ φαίνεται αρχικά να εξηγείται από ένα επαγγελματικό σφάλμα. Όταν ο ασθενής Αμβριώτης πεθαίνει από υπερβολική δόση αναισθητικού, η υπόθεση της αυτοκτονίας προσφέρει στην αστυνομία μια καθησυχαστική αλληλουχία: λάθος, πανικός, αυτοτιμωρία. Ο Πουαρό αντιστέκεται στην ευκολία της. Γνωρίζει ότι μια εξήγηση μπορεί να είναι συνεκτική και ωστόσο ψευδής. Η έρευνά του αρχίζει ακριβώς εκεί όπου οι άλλοι αισθάνονται έτοιμοι να κλείσουν τον φάκελο. Απέναντί του σχηματίζεται ένα σύνολο προσώπων με σχεδόν θεατρική λειτουργία. Ο τραπεζίτης Άλιστερ Μπλαντ εκπροσωπεί τη μετριοπάθεια, την οικονομική ισχύ και την υπόσχεση κοινωνικής ασφάλειας. Ο Χάουαρντ Ρέικς εκφράζει την ανυπομονησία μιας νεότητας που επιθυμεί να ανατρέψει τον κόσμο πριν κατανοήσει πλήρως τις συνέπειες. Ο Φρανκ Κάρτερ μετατρέπει τη ματαίωση σε επιθετικότητα. Η Μαμπέλ Σαίνσπουρυ Σηλ, με την ιδιορρυθμία και τη μυστηριώδη εξαφάνισή της, διαταράσσει τις βολικές ταξινομήσεις των υπολοίπων. Η ψυχολογική οξύτητα της Κρίστι βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο εκθέτει την κρίση μας. Ο οξύθυμος προκαλεί υποψίες επειδή η βιαιότητά του φαίνεται. Ο αξιοσέβαστος κερδίζει εμπιστοσύνη επειδή έχει μάθει να ελέγχει την παρουσία του. Ο ακροατής καλείται να παρατηρήσει πόσο εύκολα συγχέει την κοινωνική συμπεριφορά με την ηθική ποιότητα. Ο Πουαρό, παρά τη φιλαρέσκεια και τις μικρές τελετουργίες του, διαθέτει μια σπάνια ελευθερία: δεν επιτρέπει στο κύρος να υποκαταστήσει την απόδειξη. Ως υλικό για audiobook, το μυθιστόρημα προσφέρει μια ιδιαίτερη δοκιμασία προσοχής. Οι συναντήσεις, οι ώρες και οι φαινομενικά ασήμαντες παρατηρήσεις χρειάζονται ακρόαση που να συγκρατεί λεπτομέρειες χωρίς να χάνει τον ανθρώπινο παλμό. Η ένταση γεννιέται μέσα στις συνομιλίες, στις αντιφάσεις και στις μεταβολές της εμπιστοσύνης. Η περίτεχνη κατασκευή μπορεί στιγμές να κάνει ορισμένα πρόσωπα να μοιάζουν περισσότερο με μηχανισμούς της πλοκής παρά με ολοκληρωμένες υπάρξεις. Η ηθική σύγκρουση, όμως, δίνει ουσιαστικό βάρος στο ευφυές παιχνίδι. Στη δική μου ανάγνωση, το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι η οικειότητα αυτής της σύγκρουσης με το σήμερα. Ακούμε ακόμη ότι κάποιοι άνθρωποι είναι αναντικατάστατοι, ότι μια αποκάλυψη θα κόστιζε υπερβολικά ή ότι η προστασία ενός συστήματος απαιτεί σιωπή. Έτσι αρχίζει η υποτίμηση του προσώπου: όταν η ζωή του καταχωρίζεται ως μικρότερο μέγεθος από μια καριέρα, έναν οργανισμό ή μια υπόσχεση ευημερίας. Η Κρίστι αφήνει τον Πουαρό να υπερασπιστεί το όριο πέρα από το οποίο η χρησιμότητα γίνεται άλλοθι. Η δικαιοσύνη δοκιμάζεται περισσότερο όταν απέναντί της βρίσκεται κάποιος που ο κόσμος επιθυμεί να αθωώσει. Και η τελευταία αγωνία του έργου επιμένει: πόση τάξη μπορούμε να θαυμάζουμε όταν, για να διατηρηθεί, πρέπει να δεχτούμε ότι μια ανθρώπινη ζωή περισσεύει; Η Αγκάθα Κρίστι έχει βασίσει τη δομή του βιβλίου σε ένα παλιό αγγλικό παιδικό τραγουδάκι («One, two, buckle my shoe / Three, four, knock at the door...»). Κάθε στοιχείο που βρίσκει ο Πουαρό συνδέεται με έναν στίχο. Το μεγάλο μυστικό της υπόθεσης κρύβεται πίσω από μια χαλασμένη αγκράφα παπουτσιού (εξού και ο εναλλακτικός τίτλος) και μια σειρά από πλαστοπροσωπίες. Ο δολοφόνος έχει στήσει μια ιδιοφυή παγίδα, χρησιμοποιώντας τα οδοντιατρικά αρχεία των ασθενών για να μπερδέψει την αστυνομία ως προς την πραγματική ταυτότητα των θυμάτων. Πρόκειται για ένα από τα πιο έξυπνα και πολιτικά «ύπουλα» βιβλία της Κρίστι, με ένα φινάλε που θα σας εκπλήξει.
Η γκιλοτίνα περιμένει έναν άνθρωπο και η δικαιοσύνη θεωρεί πως έχει τελειώσει τη δουλειά της. Μόνο ο Μεγκρέ επιμένει να κοιτάζει εκεί όπου οι άλλοι έχουν ήδη κλείσει τον φάκελο. Στο «Το Κεφάλι Ενός Ανθρώπου» του Ζωρζ Σιμενόν, το αστυνομικό αίνιγμα αποκτά τη δραματική πυκνότητα μιας αναμέτρησης ανάμεσα στην ανθρώπινη ζωή και στην αλαζονεία της βεβαιότητας. Το τρομακτικό ερώτημα προηγείται της αποκάλυψης του δολοφόνου: πόσο εύκολα μπορεί ένας άνθρωπος να καταδικαστεί επειδή κανείς δεν προσπάθησε να τον καταλάβει; Η ιστορία, με λογοτεχνική αφετηρία το μυθιστόρημα του 1931, ξεκινά από μια ετυμηγορία που απειλεί να γίνει αμετάκλητη. Ο Ζοζέφ Εέρν έχει καταδικαστεί για τη δολοφονία μιας εύπορης Αμερικανίδας και της υπηρέτριάς της στο Σεν Κλου. Τα ίχνη του στον τόπο του εγκλήματος συγκροτούν μια πειστική κατηγορία. Ο Μεγκρέ, ωστόσο, αμφιβάλλει και οργανώνει την απόδρασή του, αναλαμβάνοντας το βάρος μιας έρευνας που διακινδυνεύει τη θέση του για να προλάβει έναν θάνατο. Η καταδίωξη γίνεται έτσι ταυτόχρονα αγώνας εναντίον του πραγματικού ενόχου και εναντίον του χρόνου. Η στάση του Μεγκρέ έχει ενδιαφέρον ακριβώς επειδή δεν είναι ηρωισμός χωρίς κόστος. Η αμφιβολία του δεν ισοδυναμεί με απόδειξη αθωότητας. Οφείλει να τη δοκιμάσει, να την εκθέσει στην πραγματικότητα, να αναζητήσει όσα η πρώτη έρευνα άφησε ανεξήγητα. Εδώ βρίσκεται η ηθική του υπεροχή: αρνείται να χρησιμοποιήσει την εξουσία ως άλλοθι για να πάψει να σκέφτεται. Η ανθρωπιά του αποκτά κύρος μέσα από την ευθύνη που αναλαμβάνει, όχι μέσα από κάποια αυτάρεσκη επίδειξη σωτηρίας. Απέναντί του, ο Ράντεκ μετατρέπει την ευφυΐα σε όργανο κυριαρχίας. Η κοινωνική ταπείνωση τροφοδοτεί την περιφρόνησή του, χωρίς να δικαιολογεί τις πράξεις του. Χρειάζεται να αποδείξει ότι βλέπει περισσότερα από τους άλλους και ότι μπορεί να τους κινεί χωρίς εκείνοι να αντιλαμβάνονται τα νήματα. Κάτω από αυτή την απαίτηση υπεροχής διακρίνεται μια οδυνηρή εξάρτηση: επιζητεί την αναγνώριση εκείνου που προκαλεί. Ο Μεγκρέ γίνεται ο αναγκαίος θεατής του κατορθώματός του. Η επιθυμία να θαυμαστεί απειλεί τελικά την ίδια τη μυστικότητα που τον προστατεύει. Ο Εέρν βρίσκεται στον αντίποδα αυτής της επιδεικτικής διανοητικής ισχύος. Αδέξιος, φοβισμένος και ανίκανος να υπερασπιστεί πειστικά τον εαυτό του, προσφέρεται ως εύκολος φορέας μιας ξένης ενοχής. Η τραγωδία του αφορά τη διαφορά ανάμεσα στο να έχεις δικαίωμα να μιλήσεις και στο να διαθέτεις τα μέσα για να ακουστείς. Η αδυναμία του να εξηγήσει όσα συνέβησαν αντιμετωπίζεται σαν επιβεβαίωση της κατηγορίας. Ο Σιμενόν εντοπίζει εδώ μια σκληρή κοινωνική λειτουργία: η αμηχανία του ανίσχυρου μπορεί να ερμηνευτεί ως ενοχή από εκείνον που δεν γνωρίζει τον φόβο του. Ο Κροσμπί συμπληρώνει την εικόνα μιας κοινωνίας όπου το χρήμα οργανώνει τις εξαρτήσεις. Η προσδοκία της κληρονομιάς μεταβάλλει έναν συγγενικό δεσμό σε οικονομικό υπολογισμό. Στο Παρίσι του Μεσοπολέμου, η συνύπαρξη πολυτέλειας και ανέχειας δίνει στην πλοκή συγκεκριμένο κοινωνικό έδαφος. Ο φθόνος, η απληστία και η ανάγκη επιβολής συναντιούνται, αλλά δεν συγχέονται. Καθένας παραμένει υπεύθυνος για τον τρόπο με τον οποίο μεταχειρίζεται τον άλλον. Η δραματουργική δύναμη της ιστορίας βρίσκεται στην άνιση κατανομή της γνώσης. Κάποιος γνωρίζει, κάποιος υποψιάζεται και κάποιος κινδυνεύει χωρίς να καταλαβαίνει ολόκληρη την παγίδα. Για την ηχητική της μεταφορά, αυτή η διάταξη προσφέρει ουσιαστικές δυνατότητες: μια παύση μπορεί να φανερώσει υπολογισμό, μια διστακτική απάντηση να μεταφέρει τρόμο. Η αγωνία γεννιέται από όσα διακυβεύονται πίσω από τις λέξεις. Για μένα, η σημερινή αιχμή του έργου βρίσκεται στην ευκολία με την οποία η δημόσια κατηγορία προηγείται της κατανόησης. Μια εικόνα, ένα απόσπασμα ή μια αδέξια δήλωση αρκούν συχνά για να σχηματιστεί ετυμηγορία. Ο Σιμενόν απαιτεί μεγαλύτερη πνευματική πειθαρχία: να εξετάζουμε χωρίς να προδικάζουμε και να κατανοούμε χωρίς να αθωώνουμε αυθαίρετα. Το κεφάλι ενός ανθρώπου δεν χωρά σε έναν φάκελο. Κι όταν η δικαιοσύνη ξεχνά το πρόσωπο, μπορεί να διατηρεί τη σφραγίδα της και να έχει χάσει την ψυχή της. Συντελεστές & Ηθοποιοί: Συγγραφέας: Ζωρζ Σιμενόν (Georges Simenon) Σκηνοθεσία: Μίκης Νικήτας Ρύθμιση Ήχου: Μαρούλα Χειμαδιού ⠀ Διανομή (με σειρά εμφανίσεως): • Επιθεωρητής Μεγκρέ: Ανδρέας Μύστρας • Γιώργος Ζένιος • Λίνα Ζένιου-Παππά • Χαράλαμπος Θεοδώρου • Θεόδουλος Μωρέας ⠀ 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖
Η φωτιά αρχίζει συχνά πολύ πριν εμφανιστεί η πρώτη φλόγα. Ανάβει μέσα σε έναν υπολογισμό, σε μια υπογραφή, στην απόφαση να θεωρηθεί η καταστροφή συμφέρουσα. Στα τρία έργα του Φιλίπ Λεβίν που συγκεντρώνονται εδώ ως «Κυνηγοί εμπρηστών», το αστυνομικό μυστήριο αποκτά μια οδυνηρή ηθική διάσταση. Ο κίνδυνος γεννιέται όταν ο άνθρωπος αρχίζει να λογαριάζει πόσα θα κερδίσει από όσα οι άλλοι θα χάσουν. Στη «Η φωτιά... της σωτηρίας», η ανησυχία ξεκινά από μια τροποποίηση ασφαλιστηρίου. Ένας βιομήχανος ενδυμάτων διπλασιάζει την προβλεπόμενη αποζημίωση επικαλούμενος αυξημένα αποθέματα. Η δικαιολογία είναι εύλογη· ακριβώς γι’ αυτό γίνεται δραματουργικά ενδιαφέρουσα. Το ύποπτο δεν εισβάλλει με κραυγές αλλά εγκαθίσταται στη γλώσσα της κανονικότητας. Ένα συμβόλαιο, προορισμένο να προστατεύει από την καταστροφή, μπορεί να μετατραπεί σε οικονομικό κίνητρο για την πρόκλησή της. Εδώ ο τίτλος αποκτά πικρή ειρωνεία. Ποια σωτηρία μπορεί να υπόσχεται μια φωτιά; Για τον οικονομικά εγκλωβισμένο άνθρωπο, η καταστροφή ενδέχεται να εμφανιστεί ως έξοδος. Η ψυχολογική μετατόπιση είναι κρίσιμη: η ανάγκη δεν αρκεί για να εξηγήσει την ηθική παραίτηση. Μεσολαβεί η αυτοδικαίωση, εκείνη η εσωτερική συνηγορία που βαφτίζει αναπόφευκτη μια επιλεγμένη πράξη. Η αρχική υπόνοια, ωστόσο, δεν ισοδυναμεί με ενοχή. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στην απόσταση ανάμεσα στην εύλογη εξήγηση και στην αποδεδειγμένη αλήθεια. Στις «Πυρκαγιές», το μεμονωμένο ενδεχόμενο διευρύνεται σε συλλογικό τρόμο. Οι αλλεπάλληλες καταστροφές διαταράσσουν την καθημερινότητα και μετατρέπουν κάθε καινούργιο περιστατικό σε απειλή συνέχειας. Οι ανακρίσεις και τα κρυμμένα μυστικά οργανώνουν μια δραματουργία αβεβαιότητας: ποιος γνωρίζει, ποιος αποκρύπτει, ποιος φοβάται ότι θα αποκαλυφθεί; Οι πολλοί ύποπτοι δεν πολλαπλασιάζουν μόνο τις πιθανές λύσεις. Δοκιμάζουν και την κρίση του ακροατή, που κινδυνεύει να εκλάβει τη νευρικότητα ως ομολογία και την ψυχραιμία ως αθωότητα. Αυτή είναι μια ουσιαστική αρετή της αστυνομικής γραφής όταν υπερβαίνει τον απλό γρίφο: μας αναγκάζει να εξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο αποδίδουμε ευθύνη. Το άγχος για τον επόμενο εμπρησμό πιέζει την έρευνα, ενώ η ανάγκη για γρήγορη βεβαιότητα μπορεί να θολώσει την παρατήρηση. Η κοινότητα ζητά ασφάλεια. Η αλήθεια, όμως, απαιτεί υπομονή, διάκριση και αντίσταση στην εύκολη καταδίκη. Στο «Πυρακτωμένο σίδερο», η απειλή πλησιάζει τον πιο ευάλωτο χώρο: την προσωπική εμπιστοσύνη. Ο ηλικιωμένος κοσμηματοπώλης Ριβς, αναρρώνοντας από έμφραγμα, επανεξετάζει τη διαθήκη του. Η φροντίδα της οικονόμου και η φαινομενική αφοσίωση του Φρέντυ γεννούν την επιθυμία ανταπόδοσης. Χωρίς παιδιά, αναζητεί συνέχεια στους ανθρώπους που τον περιβάλλουν. Η γενναιοδωρία του εκφράζει ευγνωμοσύνη αλλά και την ανάγκη να πιστέψει πως η ζωή του έχει δημιουργήσει δεσμούς που αντέχουν. Η τυχαία αποκάλυψη για τον Φρέντυ τραυματίζει επομένως περισσότερα από μια επαγγελματική σχέση. Απειλεί την εικόνα που ο Ριβς είχε σχηματίσει για τη θέση του μέσα στον κόσμο. Η αρρώστια τον έχει ήδη φέρει αντιμέτωπο με τη θνητότητα· η διάψευση τον φέρνει αντιμέτωπο με τη δυνατότητα εκμετάλλευσης. Ο υπάλληλος, από την άλλη, θέτει το ερώτημα της προσποιητής αφοσίωσης: πόσο εύκολα μπορεί η επιμελημένη συμπεριφορά να υποκαταστήσει τον πραγματικό χαρακτήρα; Ασφαλιστικές εταιρείες, εργοστάσια, εμπορεύματα και κληρονομιές συγκροτούν έναν κόσμο όπου η περιουσία χρειάζεται διαρκή προστασία. Η κοινωνική αιχμή βρίσκεται στην αντίφαση: οι θεσμοί μπορούν να υπολογίσουν την αξία των αντικειμένων, δυσκολεύονται όμως να διακρίνουν την ποιότητα των προθέσεων. Σήμερα, ανάμεσα σε οικονομικές πιέσεις, απάτες και σχέσεις εξάρτησης, αυτή η αντίφαση παραμένει αναγνωρίσιμη. Για μένα, το ουσιαστικό νήμα των τριών ιστοριών είναι η δοκιμασία της εμπιστοσύνης. Η ασφάλιση, η έρευνα και η διαθήκη αποτελούν διαφορετικούς τρόπους να οργανώσουμε την αβεβαιότητα. Κανένας δεν καταργεί την ανθρώπινη ευθύνη. Η φωτιά γίνεται έτσι η ακραία εικόνα μιας επιλογής: να μετατρέψεις την ξένη απώλεια σε προσωπικό όφελος. Και τότε η ενοχή έχει ήδη αρχίσει, προτού ακόμη καεί το πρώτο πράγμα. Η φωτιά... της σωτηρίας του Φιλίπ Λεβίν Ραδιοσκηνοθεσία: Μίκης Νικήτας Ακούγονται οι ηθοποιοί: Αντώνης Κατσαρίδης, Μαρούσα Αβραμίδου, Κώστας Τύμβιος, Χρήστος Παπαδόπουλος, Ανδρέας Μούστρας, Βούλα Πελεκάνου, Τάσος Τετελές, Ευτύχιος Πουλαΐδης Οι πυρκαγιές του Φιλίπ Λεβίν Σκηνοθεσία: Μίκης Νικήτας Ακούγονται οι ηθοποιοί: Μαρούσα Αβραμίδου, Ανδρέας Ποταμίτης, Κατερίνα Καραγιάννη, Βλαδίμηρος Καυκαρίδης, Νεόφυτος Νεοφύτου, Ανδρέας Μούστρας, Σπύρος Χριστοδούλου, Αντώνης Κατσαρίδης Πυρακτωμένο σίδερο του Φιλίπ Λεβίν Μετάφραση: Αλέκος Κωνσταντινίδης Σκηνοθεσία: Μίκης Νικήτας Ακούγονται οι ηθοποιοί: Αντώνης Κατσαρίδης, Μαρούσα Αβραμίδου, Ανδρέας Ποταμίτης, Μάχη Καζαμία, Έλλη Κυριακίδου, Γιώργος Ζένιος, Ανδρέας Μούστρας, Ευτύχιος Πουλλαΐδης, Ανδρέας Μαυρομάτης © Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρονομιάς 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖
Ένα καπέλο υπόσχεται αρχοντιά και καταλήγει να συνοδεύει αρρώστιες, θανάτους και συμφορές. Κάτω από τα πράσινα στολίδια του συνωστίζονται η λαχτάρα της κοινωνικής ανόδου, η ανδρική ματαιοδοξία και ο φόβος μιας κοινότητας απέναντι σε οτιδήποτε διαφέρει. Στο έργο του Γεωργίου Αθανασιάδη Νόβα, η καθημερινότητα αποκτά τη ζοφερή επισημότητα μιας τελετής που επαναλαμβάνεται. Κάθε καινούργια γυναίκα φορά μια υπόσχεση ευτυχίας ήδη βαρυφορτωμένη με δυστυχία. Το ηθογραφικό αφήγημα του συγγραφέα, γνωστού στη λογοτεχνία ως Γεωργίου Αθάνα, δημοσιευμένο το 1918, προσφέρεται στη ραδιοφωνική δραματοποίηση χάρη στην αντιπαράθεση της ιδιωτικής ζωής με τη δημόσια καταλαλιά. Στην επαρχιακή πολίχνη κοντά στην Πάτρα, ο φραγκοράφτης Παυλής ονειρεύεται να εισαγάγει τον ευρωπαϊκό πολιτισμό με υφάσματα, ενδυμασίες και τρόπους. Αγοράζει για τη Βγενούλα ένα εξεζητημένο πράσινο καπέλο, πιστεύοντας πως η εμφάνισή της θα επικυρώσει τη δική του υπεροχή. Η κυριακάτικη εκκλησία γίνεται έτσι τόπος κοινωνικής επίδειξης, όπου η ευλάβεια συνυπάρχει με την επιθεώρηση του διπλανού. Ο Παυλής έχει κάτι συγκινητικό μέσα στην κωμική του έπαρση. Θέλει να ξεφύγει από τη στενότητα του τόπου του, αλλά κουβαλά αυτή τη στενότητα μέσα στον τρόπο που αντιλαμβάνεται την πρόοδο. Αναζητεί την αναγνώριση προτού κατακτήσει την αυτογνωσία. Η γυναίκα του καλείται να φορέσει την απόδειξη της επιτυχίας του. Το επαγγελματικό του βλέμμα, μαθημένο να διορθώνει την εξωτερική όψη, δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τις εσωτερικές ανάγκες. Μπορεί να ράψει ένα κομψό ένδυμα, όμως αδυνατεί να δημιουργήσει έναν ασφαλή χώρο συντροφικότητας. Ο πρόωρος θάνατος της Βγενούλας συντρίβει την πρώτη προσδοκία. Η Αγγέλα, η Κωνστάντω και κατόπιν η Κανελλιά συνδέονται με την επανεμφάνιση του ίδιου αντικειμένου, καθώς το καπέλο περνά διαδοχικά στις γυναίκες του Παυλή. Η διαδοχή αυτή αποκτά δραματουργική δύναμη: κάθε νέο ξεκίνημα φέρει το βάρος του προηγούμενου τέλους. Οι γυναίκες κινδυνεύουν να αντιμετωπιστούν ως αντικαταστάτριες μέσα σε ένα αμετάβλητο ανδρικό σχέδιο. Η ουσιαστική κριτική ανάγνωση οφείλει να αναγνωρίσει πίσω από το κοινό καπέλο ξεχωριστές ανθρώπινες υπάρξεις, με δικαίωμα σε μια ζωή που δεν θα υπηρετεί την επίδειξη κανενός. Η κατάρα διατηρεί την αφηγηματική της γοητεία ακριβώς επειδή συγκεντρώνει πάνω σε ένα αντικείμενο τον τρόμο της επανάληψης. Το καπέλο γίνεται υλικό απομεινάρι των απωλειών, σχεδόν φορητό πένθος. Ψυχολογικά, μπορούμε να διαβάσουμε την επιμονή του Παυλή ως προσπάθεια να ανατρέψει την πρώτη συμφορά επαναλαμβάνοντας την αρχική υπόσχεση. Σαν να περιμένει ότι κάποια επόμενη φορά η ζωή θα διορθώσει όσα του στέρησε. Η οικονομική καταστροφή και ο αλκοολισμός αποκαλύπτουν πόσο οδυνηρή γίνεται αυτή η αδυναμία αποδοχής. Γύρω του, η κοινότητα παρακολουθεί και σχολιάζει. Το κουτσομπολιό λειτουργεί ως ανεπίσημος μηχανισμός πειθαρχίας: ο διαφορετικός πρέπει να γελοιοποιηθεί, ώστε οι υπόλοιποι να αισθανθούν δικαιωμένοι. Στην κοινωνία των αρχών του εικοστού αιώνα που παρουσιάζει το έργο, η γυναικεία εμφάνιση γίνεται πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα στην παραδοσιακή σεμνότητα και στην επιθυμία αστικής διάκρισης. Η αντίφαση είναι σκληρή. Ο άνδρας επιδιώκει κύρος μέσω της γυναίκας και η κοινωνία φορτώνει σ’ εκείνη το τίμημα της δημόσιας έκθεσης. Εκεί βρίσκεται, για μένα, το πιο ανησυχητικό νεύρο του έργου. Ο Παυλής πληγώνεται από την περιφρόνηση, ενώ ταυτόχρονα ζητεί από άλλους να ενσαρκώσουν τη δική του φιλοδοξία. Αυτή η συνύπαρξη ευαλωτότητας και εξουσίας εμποδίζει μια εύκολη ετυμηγορία. Σήμερα, το πράσινο καπέλο μπορεί να πάρει τη μορφή μιας επώνυμης αγοράς, μιας επιμελημένης φωτογραφίας ή μιας σχέσης που επιδεικνύεται ως τεκμήριο επιτυχίας. Η ανάγκη αποδοχής εξακολουθεί να μετατρέπει ανθρώπους σε διαπιστευτήρια κοινωνικού κύρους. Η πικρή δύναμη της ιστορίας βρίσκεται στη διάρκεια του αντικειμένου απέναντι στη φθαρτότητα των ανθρώπων. Το καπέλο επιζεί, οι ζωές πληρώνονται ακριβά. Και ο τελευταίος απόηχος αφήνει μια ηθική απαίτηση: να αγαπήσουμε τον άνθρωπο πριν τον ντύσουμε με το όνειρό μας. Γιατί το πιο ολέθριο ένδυμα είναι εκείνο που, για να μας κάνει αξιοθαύμαστους, στερεί από κάποιον άλλον το δικαίωμα να είναι ο εαυτός του. ⠀ © Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρονομιάς Συντελεστές & Ηθοποιοί.. Συγγραφέας.. Γεώργιος Αθανασιάδης .. Νόβα Ραδιοσκηνοθεσία.. Αλκής Ζερβός Θεατρική Διασκευή.. Χρήστος Αντωνιάδης Μουσική Επιμέλεια.. Μύρτα Πολύζου Τεχνική Επιμέλεια.. Σωτήρης Εγκολφόπουλος Παραγωγή.. Αιμιλία Κάτσα Έτος Ηχογράφησης.. 1978 ⠀ Ακούγονται οι ηθοποιοί (με αλφαβητική σειρά).. Γιώργος Γεωβλερής, Γιώργος Γεωργίου, Ντίνα Γιαννακού, Χρυσούλα Διαβάτη, Δήμητρα Δημητριάδου, Ξένια Ζερβού, Κώστας Καστανάς, Κέτη Λαμπροπούλου, Ιλιάς Λαμπρίδου, Μαρία Πυρουνάκη, Ρήτα Σακελλαρίου, Γιώργος Σαπανίδης, Αλέξης Σταυράκης, Νατάσσα Τσακαρισιάνου, Νικήτας Τσακίρογλου. ⠀
Το ψέμα, όταν εγκαθίσταται αναπαυτικά στην καθημερινότητα, απαιτεί διαρκώς καινούργιους υπηρέτες. Στο «Άνθος του Κάκτου», οι Πιερ Μπαριγιέ και Ζαν-Πιερ Γκρεντύ μετατρέπουν αυτή την απαίτηση σε κωμωδία ερωτικής αναστάτωσης και συναισθηματικής αφύπνισης. Πίσω από τις ευφυείς παρεξηγήσεις, ένας άνδρας διεκδικεί την ελευθερία του κατασκευάζοντας την ανελευθερία μιας γυναίκας. Και μια άλλη γυναίκα, μαθημένη να υπηρετεί αθόρυβα, ανακαλύπτει πως δικαιούται επιτέλους να πρωταγωνιστήσει. Ο Ζυλιέν, επιτυχημένος οδοντίατρος, έχει επινοήσει σύζυγο και παιδιά για να απολαμβάνει τον έρωτα της Τόνιας χωρίς τις συνέπειες της δέσμευσης. Η υποτιθέμενη οικογένεια λειτουργεί σαν ακαταμάχητο άλλοθι: εκείνος εμφανίζεται δεσμευμένος από περιστάσεις τις οποίες δήθεν δεν ελέγχει. Όταν όμως η απελπισία της νεαρής γυναίκας την οδηγεί σε απόπειρα αυτοκτονίας, η βολική μυθοπλασία αποκτά πραγματικό ανθρώπινο κόστος. Η απόφασή του να την παντρευτεί δεν αρκεί. Το προηγούμενο ψέμα χρειάζεται τώρα σύζυγο, συνάντηση και διαζύγιο. Εδώ ενεργοποιείται η δεξιοτεχνία της μπουλβάρ κωμωδίας. Κάθε εξήγηση πολλαπλασιάζει όσα πρέπει να εξηγηθούν και κάθε διευθέτηση προετοιμάζει την επόμενη ανατροπή. Οι συγγραφείς οργανώνουν έναν μηχανισμό όπου ο κατασκευαστής της απάτης γίνεται αιχμάλωτος των κατασκευών του. Το γέλιο γεννιέται από την απόσταση ανάμεσα στην αυτοπεποίθηση του Ζυλιέν και στην αυξανόμενη αδυναμία του να διευθύνει τους άλλους. Ο άνθρωπος που θεωρούσε τις σχέσεις διαχειρίσιμες ανακαλύπτει ότι τα αισθήματα δεν υπακούουν σε σκηνοθετικές εντολές. Η Στεφανί, επιστρατευμένη για να υποδυθεί τη σύζυγο, αποτελεί το ουσιαστικό δραματικό κέντρο. Η αυστηρότητά της μπορεί να διαβαστεί ως άμυνα μιας γυναίκας που έχει περιορίσει τις επιθυμίες της προκειμένου να παραμένει χρήσιμη και αξιοπρεπής. Η επαγγελματική αφοσίωση προσφέρει εγγύτητα στον αγαπημένο άνδρα αλλά συγχρόνως παγιώνει την αφάνειά της. Παίζοντας έναν ξένο ρόλο, αποκτά χώρο για δικές της χειρονομίες, χιούμορ και διεκδικήσεις. Η μεταμόρφωσή της είναι πρωτίστως αλλαγή σχέσης με τον εαυτό της. Αυτή η άνθηση απαιτεί, ωστόσο, προσεκτική ανάγνωση. Θα αδικούσαμε τη Στεφανί αν θεωρούσαμε ότι αποκτά αξία μόνον όταν γίνεται επιθυμητή. Η ευφυΐα, η ευαισθησία και η ζωτικότητά της προϋπήρχαν της ανδρικής αναγνώρισης. Εκείνο που αλλάζει είναι η δυνατότητα να τις εκφράσει. Αντίστοιχα, η ζήλια του Ζυλιέν δεν πιστοποιεί αυτομάτως συναισθηματική ωριμότητα. Αποκαλύπτει επίσης πόσο εύκολα η συνήθεια μεταμφιέζει την κτητικότητα σε αγάπη, ιδιαίτερα όταν κάποιος θεωρεί δεδομένη τη διαθεσιμότητα του άλλου. Η Τόνια διαθέτει μεγαλύτερη ηθική αντοχή απ’ όση υποδηλώνει η φαινομενική αφέλειά της. Αρνείται να θεμελιώσει την ευτυχία της πάνω στη δυστυχία μιας άλλης γυναίκας. Έτσι, η απαίτησή της να συναντήσει τη σύζυγο αποδιοργανώνει το σχέδιο του εραστή της. Η απόπειρά της, όμως, παραμένει το σκοτεινό σημείο της κωμωδίας: η οδύνη δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως απόδειξη ανώτερου έρωτα. Ο Ιγκόρ προσφέρει μια διαφορετική δυνατότητα σχέσης, στηριγμένη περισσότερο στην παρουσία παρά στην αναβολή. Πρωτοπαρουσιασμένο στο Παρίσι το 1964, το έργο ανήκει σε μια θεατρική παράδοση που αντλεί κωμική ενέργεια από την αστική ευπρέπεια και τις ερωτικές της αντιφάσεις. Η επαγγελματική επιτυχία του άνδρα συνυπάρχει με την προσδοκία ότι οι γυναίκες θα προσαρμόζουν τη ζωή τους στις ανάγκες του. Το έργο αναστατώνει αυτή την τάξη, χωρίς να αποδεσμεύεται πλήρως από αυτήν: το ζευγάρωμα προσφέρει τη συμβατική λύση, ενώ η αφύπνιση της Στεφανί ανοίγει ένα ουσιαστικότερο ερώτημα για τη γυναικεία αυτονομία. Σήμερα, το άλλοθι του ανύπαρκτου γάμου μπορεί να αντικατασταθεί από αόριστες υποσχέσεις, διαρκή εργασιακή πίεση ή την επίκληση μιας συναισθηματικής αδυναμίας. Η λειτουργία παραμένει ίδια: κάποιος κρατά τον άλλον σε αναμονή, απολαμβάνοντας όσα εκείνος προσφέρει. Για μένα, η διαχρονική δύναμη του έργου βρίσκεται ακριβώς στην έξοδο από αυτή την αναμονή. Ο κάκτος δεν ανθίζει επειδή αποδεικνύεται άξιος αγάπης. Ανθίζει όταν η ζωή του παύει να εξαντλείται στην εξυπηρέτηση των άλλων. Και τότε το γέλιο αποκτά βάθος: μας καλεί να αναγνωρίσουμε ποιον αφήσαμε αθέατο, αρχίζοντας από τον ίδιο μας τον εαυτό. © Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρονομιάς Συντελεστές.. Συγγραφείς.. Πιερ Μπαριγιέ & Ζαν-Πιερ Γκρεντύ Μετάφραση Ραδιοφωνική Προσαρμογή- Ντόρα Βολανάκη Μουσική Επιμέλεια.. Πάνος Παπαευσταθίου Επιμέλεια Ήχων Δανάη Ευαγγελίου Ρύθμιση Ήχου Βασίλης Καρράς Έτος Ηχογράφησης1972 ⠀ Ακούγονται οι ηθοποιοί (με αλφαβητική σειρά).. Στράτος Αλεξίου.. Ελένη Ανουσάκη.. Γιάννης Αργύρης.. Λευτέρης Βουρνάς.. Μαίρη Λαλοπούλου Υβόνη Μεταξάκη.. Θεοχάρης Νάζος.. Κώστας Ρηγόπουλος.. Ελένη Χατζηαργύρη.. Ιάκωβος Ψαρράς. 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖
© Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρονομιάς Στις όχθες του ποταμού, δίπλα στον νερόμυλο, η κόρη του μυλωνά περιμένει από τον αγαπημένο της την επιβεβαίωση μιας κοινής ζωής. Ο Πρίγκιπας έρχεται να αναγγείλει τον γάμο του με γυναίκα της τάξης του. Προσφέρει κοσμήματα και χρήματα, σαν να μπορούσε η πληγωμένη εμπιστοσύνη να αποζημιωθεί. Η αποκάλυψη της εγκυμοσύνης δεν ανατρέπει την απόφασή του. Η αποχώρησή του αφήνει πίσω μια ύπαρξη που αισθάνεται ότι της αφαιρέθηκε ολόκληρο το μέλλον Η σκηνή του χωρισμού αποτελεί τον δραματικό πυρήνα του έργου. Ο Πούσκιν αντιπαραθέτει δύο ασύμβατες γλώσσες: εκείνη της αφοσίωσης και εκείνη της κοινωνικά νομιμοποιημένης υπεκφυγής. Ο άνδρας επικαλείται τις δεσμεύσεις της καταγωγής του· η γυναίκα υπερασπίζεται όσα έζησαν. Η ταξική ανισότητα αποκτά έτσι σωματική παρουσία. Εκείνος διαθέτει τίτλο, περιουσία και δυνατότητα επιστροφής στην κανονικότητα. Εκείνη σηκώνει το βάρος της εγκατάλειψης και μιας μητρότητας χωρίς αναγνώριση, μέσα σε έναν κόσμο όπου η γυναικεία τιμή αποτελεί δημόσια υπόθεση. Ο Πρίγκιπας είναι τρομακτικά οικείος ακριβώς επειδή δεν χρειάζεται να εμφανιστεί ως τέρας. Η τρυφερότητά του συνυπάρχει με την προθυμία να θυσιάσει τον άλλον για να διατηρήσει τη θέση του. Η επίκληση της αναγκαιότητας μεταμφιέζει την επιλογή σε πεπρωμένο. Εδώ βρίσκεται η οξύτητα της κοινωνικής κριτικής: οι ιεραρχίες της παλαιάς Ρωσίας προσφέρουν στον προνομιούχο έτοιμο άλλοθι. Ωστόσο, οι μεταγενέστερες επιστροφές του φανερώνουν ότι η μνήμη αντιστέκεται στην τακτοποίηση. Η ενοχή επιμένει εκεί όπου τελειώνουν οι δικαιολογίες. Η κόρη του μυλωνά, από την άλλη, δεν εξαντλείται στην εικόνα της αθώας εγκαταλειμμένης. Ο λόγος της περνά από την προσμονή στην αδυναμία κατανόησης και κατόπιν στην οργή. Αναζητεί ακόμη και στον εαυτό της την αιτία της απόρριψης, όπως συχνά συμβαίνει όταν η αγάπη έχει γίνει θεμέλιο προσωπικής αξίας. Ο πνιγμός της σηματοδοτεί την καταστροφή αυτής της εξάρτησης με τον πιο οδυνηρό τρόπο. Η μυθική μεταμόρφωση της χαρίζει δύναμη, χωρίς να θεραπεύει την πληγή που τη γέννησε. Επτά χρόνια αργότερα, η Ρουσάλκα οργανώνει την προσέγγιση του Πρίγκιπα μέσω της μικρής τους κόρης. Η μητρότητα εμπλέκεται πλέον στην επιθυμία της εκδίκησης. Το παιδί, φορέας μιας συγγένειας που ο πατέρας απέφυγε να αναλάβει, γίνεται αγγελιοφόρος μιας σύγκρουσης που προϋπήρχε της γέννησής του. Η σκηνή επιτρέπει μια σκληρή ψυχολογική ανάγνωση: ο αδικημένος μπορεί να μεταδώσει την οδύνη του στον πιο ανυπεράσπιστο άνθρωπο. Η δικαιοσύνη που αναζητεί η μητέρα απειλείται από τα ίδια τα μέσα της. Ο μυλωνάς συμπληρώνει αυτή την τραγική οικονομία. Αρχικά αντιμετωπίζει τη σχέση της κόρης του ως ευκαιρία υλικού οφέλους. Η φτώχεια εξηγεί τον υπολογισμό του, αλλά δεν αναιρεί την ευθύνη του: αποτιμά το κέρδος ενώ παραβλέπει τον κίνδυνο. Μετά την απώλεια, η παραφροσύνη του αποκτά σχεδόν σαιξπηρική ένταση. Η εικόνα του ανθρώπου που πιστεύει ότι είναι κοράκι φανερώνει μια συνείδηση εκτοπισμένη από την ανθρώπινη κοινότητα. Ο πατέρας απομένει μέσα στα ερείπια μιας ζωής που δεν κατόρθωσε να προστατεύσει. Στη δική μου ανάγνωση, η μεγαλύτερη δύναμη του έργου βρίσκεται στη συνάντηση του καθημερινού με το απόκοσμο. Τα δώρα, οι γαμήλιες συμφωνίες και η πατρική ιδιοτέλεια συγκροτούν έναν αναγνωρίσιμο κόσμο· ο βυθός αποκαλύπτει όσα αυτός ο κόσμος καταπιέζει. Ακόμη και η σύζυγος του Πρίγκιπα υφίσταται τη συναισθηματική απουσία του. Σήμερα, πίσω από διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες, αναγνωρίζουμε ακόμη την εγκατάλειψη ευθυνών, την εξαγορά της σιωπής και την απαίτηση να ξεχάσει γρήγορα εκείνος που πληγώθηκε. Το ανολοκλήρωτο δράμα αφήνει μετέωρη την τελική έκβαση. Δεν δικαιούμαστε να αποδώσουμε στον Πούσκιν μια κάθαρση που δεν έγραψε. Αυτή η εκκρεμότητα, ωστόσο, εντείνει για τον σημερινό αναγνώστη το ηθικό ερώτημα. Η οδύνη εξηγεί την εκδικητικότητα χωρίς να την αγιάζει· η μεταμέλεια αποκτά αξία όταν συνοδεύεται από ανάληψη ευθύνης. Κι ο Δνείπερος εξακολουθεί να κυλά, κρατώντας όσα οι άνθρωποι θέλησαν να αποσιωπήσουν. Το χρέος της αγάπης παραμένει: να αναγνωρίζουμε τον άλλον πριν η απελπισία του γίνει η μόνη φωνή που μπορούμε να ακούσουμε. Σημείωση ακρίβειας: Στο πρωτότυπο η κόρη του μυλωνά δεν ονομάζεται Νατάσα. Το όνομα ανήκει στη μεταγενέστερη όπερα του Αλεξάντρ Νταργκομίζσκι. Η κριτική αφορά το δραματικό κείμενο και δεν προϋποθέτει συγκεκριμένη σκηνοθεσία ή ερμηνείες. Αφήγηση, ραδιοφωνική προσαρμογή και σκηνοθεσία: Γιάννης Χουβαρδάς Ακούγονται οι ηθοποιοί: Γιώργος Κέντρος, Πέρρης Μιχαηλίδης, Σοφοκλής Πέππας, Καριοφυλιά Καραμπέτη, Αλέξανδρος Μυλωνάς, Λυδία Φωτοπούλου, Πέτρος Ζηβανός, Νικολέττα Βλαβιανού, Μαρία Κατσιαδάκη
© Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρονομιάς Στο σπίτι των Χάρινγκτον, κάθε ευγενική κουβέντα μπορεί να κρύβει μια επίθεση. Ο πατέρας και η μητέρα διεκδικούν ο καθένας τη δική του εξουσία, ενώ τα παιδιά προσπαθούν να αναπνεύσουν ανάμεσά τους. Ένας νεαρός Γερμανός δάσκαλος μπαίνει σε αυτό το σπίτι ελπίζοντας να βρει μια οικογένεια. Η παρουσία του αρκεί για να ακουστούν όσα οι άλλοι είχαν μάθει να σωπαίνουν. Ο Πίτερ Σάφερ έφερε την Άσκηση των πέντε δακτύλων στη σκηνή του Λονδίνου το 1958. Ο τίτλος της δανείζεται τη γλώσσα της μουσικής, όμως εδώ η άσκηση δεν υπόσχεται αρμονία. Πέντε πρόσωπα ζουν κοντά, εξαρτώνται το ένα από το άλλο και αδυνατούν να συναντηθούν. Κάθε κίνηση του ενός προκαλεί την αντίδραση κάποιου άλλου, σαν τα δάκτυλα ενός χεριού που υποχρεώνονται να παίξουν μαζί χωρίς να ακούνε την ίδια μελωδία. Ο Στάνλεϊ έχει χτίσει την οικονομική ασφάλεια της οικογένειας κατασκευάζοντας έπιπλα. Γνωρίζει την αξία της εργασίας του και απαιτεί να την αναγνωρίζουν. Η τραχύτητά του, ωστόσο, γίνεται τρόπος να προλαβαίνει την περιφρόνηση που φοβάται. Μπροστά στη Λουίζ και στον Κλάιβ αισθάνεται πως ο πλούτος του δεν αρκεί για να του εξασφαλίσει σεβασμό. Έτσι ζητά από τον γιο του να του μοιάσει, ακριβώς εκεί όπου ο γιος έχει μεγαλύτερη ανάγκη να ανακαλύψει ποιος είναι. Η Λουίζ απαντά με τη δική της μορφή βίας. Καλλιεργεί την εικόνα μιας γυναίκας εκλεπτυσμένης, ανώτερης από το περιβάλλον της, αλλά πίσω από την επιτήδευση διακρίνεται ένας άνθρωπος απογοητευμένος και μόνος. Στρέφεται στον Κλάιβ για την οικειότητα που λείπει από τον γάμο της. Η στοργή της γίνεται κτητική: του επιτρέπει να απομακρυνθεί από τον πατέρα του, όχι όμως να απομακρυνθεί από την ίδια. Ο Σάφερ συλλαμβάνει εδώ μια επώδυνη οικογενειακή αλήθεια. Μπορεί κανείς να πληγώνει βαθιά εκείνον που αγαπά, όταν του ζητά να θεραπεύσει τη δική του ζωή. Ο Κλάιβ μεγαλώνει παγιδευμένος ανάμεσα σε αυτές τις απαιτήσεις. Η ευαισθησία του αντιμετωπίζεται από τον πατέρα ως αδυναμία και από τη μητέρα ως απόδειξη ότι της ανήκει. Δεν διαθέτει ακόμη τη γλώσσα για να εκφράσει καθαρά τις επιθυμίες και τους φόβους του. Η ζήλια του για τον Βάλτερ, η έλξη που δεν μπορεί να ομολογήσει και η ανάγκη του να κρατήσει τη μητέρα κοντά του μετατρέπονται σε μια ψευδή κατηγορία. Η πράξη του είναι σκληρή. Το έργο όμως μας υποχρεώνει να δούμε και τον πανικό από τον οποίο γεννιέται. Η Πάμελα μοιάζει πιο ελεύθερη, καθώς αντιστέκεται στην επισημότητα των μεγάλων με τη ζωντάνια της. Ακόμη κι εκείνη όμως αναζητεί ασφάλεια μέσα σε όρια που η οικογένεια έχει κάνει ασαφή. Ο Βάλτερ, ο δάσκαλός της, φτάνει από μια Γερμανία που κουβαλά ακόμη το βάρος του ναζισμού και τη δική του σύγκρουση με τον πατέρα του. Στην Αγγλία προσδοκά μια νέα αρχή. Οι Χάρινγκτον βλέπουν πάνω του διαφορετικά πράγματα: έναν ξένο, έναν έμπιστο, έναν αντίζηλο, μια πιθανή διαφυγή. Κανείς σχεδόν δεν αναρωτιέται τι χρειάζεται ο ίδιος. Αυτή είναι η ιστορική οξύτητα του έργου. Στη μεταπολεμική ευημερία, το καλοφτιαγμένο σπίτι και η κοινωνική θέση μπορούν να συνυπάρχουν με βαθιά συναισθηματική ένδεια. Η ταξική ανασφάλεια του Στάνλεϊ, η λαχτάρα της Λουίζ για κύρος και η επιφυλακτικότητα απέναντι στον Γερμανό επισκέπτη ανήκουν στην εποχή τους. Η συνήθεια, όμως, να φορτώνουμε στον πιο ευάλωτο την ευθύνη για όσα αρνούμαστε να παραδεχτούμε παραμένει οδυνηρά σημερινή. Εκεί εντοπίζω και τη μεγαλύτερη δύναμη του Σάφερ: δεν μοιράζει εύκολα συγχωροχάρτια, αλλά δεν στερεί από κανέναν το δικαίωμα να γίνει κατανοητός. Όταν η σύγκρουση απειλεί τη ζωή του Βάλτερ, τα λόγια αποκτούν επιτέλους το πραγματικό τους βάρος. Το ενδεχόμενο να σωθεί ένας άνθρωπος δεν σβήνει όσα του έκαναν. Αφήνει όμως ανοιχτή μια δυσκολότερη δυνατότητα: να πάψουν να χρησιμοποιούν την αγάπη ως άλλοθι και να μάθουν να ακούν πριν χρειαστεί ξανά να σώσουν κάποιον. Ραδιοσκηνοθεσία: Δημήτρης Ποταμίτης Ακούγονται οι ηθοποιοί: Γιώργος Κέντρος, Μάρω Κοντού, Δημήτρης Ποταμίτης, Αγγελική Βελουδάκη, Πάνος Χατζηκουτσέλης 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖
© Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρονομιάς Στην έπαυλη των φον Γκέρλαχ, μια πόρτα μένει κλειστή δεκατρία χρόνια. Πίσω της ζει ο Φραντς, ένας άνθρωπος που επέστρεψε από τον πόλεμο αλλά δεν μπόρεσε να επιστρέψει στους ανθρώπους. Η Γερμανία έξω ανοικοδομείται, ενώ εκείνος επιμένει να τη φαντάζεται αφανισμένη. Με αυτή τη σκληρή αντίφαση ο Ζαν Πολ Σαρτρ αρχίζει τη δίκη μιας ολόκληρης εποχή. Ο ετοιμοθάνατος πατέρας συγκεντρώνει την κόρη του Λένι, τον νεότερο γιο του Βέρνερ και τη σύζυγό του Γιοχάννα για να ορίσει τη διαδοχή της βιομηχανικής του αυτοκρατορίας. Η οικογενειακή υπόθεση, όμως, δεν μπορεί να διευθετηθεί όσο ο πρωτότοκος παραμένει στον επάνω όροφο. Ο Φραντς βασάνισε ανθρώπους στον πόλεμο. Τώρα χρειάζεται να πιστεύει πως η πατρίδα του καταστράφηκε, ώστε οι πράξεις του να αποκτήσουν, έστω στη δική του αφήγηση, κάποιο τραγικό νόημα. Αν η Γερμανία ευημερεί, τι απομένει από τη δικαιολογία του; Το δωμάτιό του είναι καταφύγιο και δικαστήριο μαζί. Απευθύνεται στα «καβούρια» του μέλλοντος, ζητώντας από μια φανταστική Ιστορία την ετυμηγορία που δεν αντέχει να ακούσει από τους ζωντανούς. Ο Σαρτρ δεν παρουσιάζει την ψυχική του διάλυση ως αθώωση. Μας υποχρεώνει να αναγνωρίσουμε τον πόνο του χωρίς να ξεχάσουμε τον πόνο που προκάλεσε. Εκεί βρίσκεται η δραματική τόλμη του έργου: ο βασανιστής έχει συνείδηση και η συνείδησή του δεν ανασταίνει κανένα θύμα. Η Λένι συντηρεί τον εγκλεισμό με μια αγάπη που απαιτεί απόλυτη κατοχή. Η αιμομικτική τους σχέση κάνει χειροπιαστή την αρρώστια αυτής της οικογένειας: ό,τι γεννιέται μέσα της πρέπει να μείνει μέσα της, μακριά από ξένα βλέμματα και ενοχλητικές αλήθειες. Ο πατέρας, αντίθετα, κυκλοφορεί ελεύθερος. Η επιχειρηματική του ισχύς επέζησε του πολέμου και μπορεί να περάσει στον επόμενο κληρονόμο. Ο Σαρτρ θέτει έτσι ένα οδυνηρό ερώτημα: γιατί ο άνθρωπος που εκτέλεσε τη βία συντρίβεται, ενώ οι μηχανισμοί που την τροφοδότησαν συνεχίζουν να λειτουργούν; Ο Βέρνερ δέχεται τη θέση που του προσφέρεται, μολονότι αισθάνεται πόσο στενά την έχει ορίσει ο πατέρας του. Η υποταγή του δεν έχει τη θεαματικότητα του εγκλήματος. Έχει όμως τη διάρκεια της καθημερινότητας. Η Γιοχάννα, πρώην ηθοποιός, εισέρχεται στον κόσμο του Φραντς με την επιθυμία να μάθει και με τη δική της έλξη προς το δράμα του. Η αλήθεια που φέρνει δεν δρα σαν φάρμακο. Γκρεμίζει τη σκηνοθεσία πάνω στην οποία εκείνος στήριξε την επιβίωσή του. Ο Σαρτρ έγραψε το έργο το 1959, ενώ ο πόλεμος στην Αλγερία έφερνε τα βασανιστήρια μέσα στην πολιτική πραγματικότητα της Γαλλίας. Η μεταπολεμική Γερμανία τού επέτρεψε να μιλήσει και για όσα συνέβαιναν μπροστά στους συμπατριώτες του. Η ιστορική απόσταση έπαυε έτσι να προσφέρει ηθική ασφάλεια στον θεατή. Διαβάζοντας σήμερα τους «Αυτοτιμωρούμενους της Αλτόνα», σκέφτομαι πόσο εύκολα μια κοινωνία βαφτίζει την ανάπτυξη συγχώρεση. Τα κτίρια ξαναχτίζονται, οι επιχειρήσεις μεγαλώνουν, οι οικογένειες συνεχίζουν να τρώνε στο ίδιο τραπέζι. Τίποτε από αυτά δεν απαντά σε εκείνον που βασανίστηκε. Το έργο δεν προσφέρει λύτρωση στην τελική συνάντηση πατέρα και γιου. Ούτε μετατρέπει την αυτοκαταστροφή τους σε πράξη δικαιοσύνης. Αφήνει στους επιζώντες, και σε εμάς, τη δυσκολότερη ευθύνη: να εμποδίσουμε το έγκλημα να αποκτήσει ξανά το βολικό όνομα της ανάγκης. Το Υπαρξιακό και Πολιτικό Μήνυμα Το έργο είναι πράγματι το πιο απαισιόδοξο του Σαρτρ, διότι ανατρέπει την κλασική υπαρξιακή του θέση ότι «ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να επιλέξει». Εδώ, οι χαρακτήρες είναι παγιδευμένοι στις προηγούμενες επιλογές τους (το παρελθόν) και στους κοινωνικοοικονομικούς μηχανισμούς (το παρόν). Η «Αλτόνα» είναι ένας καθρέφτης της Ευρώπης: μια κοινωνία που πλούτισε και προχώρησε, επιλέγοντας όμως τη συλλογική αμνησία για τα εγκλήματα που διέπραξε. 🎯 Το Υπαρξιακό και Πολιτικό Μήνυμα Το έργο είναι πράγματι το πιο απαισιόδοξο του Σαρτρ, διότι ανατρέπει την κλασική υπαρξιακή του θέση ότι «ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να επιλέξει». Εδώ, οι χαρακτήρες είναι παγιδευμένοι στις προηγούμενες επιλογές τους (το παρελθόν) και στους κοινωνικοοικονομικούς μηχανισμούς (το παρόν). Η «Αλτόνα» είναι ένας καθρέφτης της Ευρώπης: μια κοινωνία που πλούτισε και προχώρησε, επιλέγοντας όμως τη συλλογική αμνησία για τα εγκλήματα που διέπραξε. Ηχογράφηση: 1961 Μετάφραση: Μανώλης Σκουλούδης Σκηνοθεσία: Μήτσος Λυγίζος Ακούγονται οι ηθοποιοί: Μάνος Κατράκης, Κάκια Παναγιώτου, Τιτίκα Νικηφοράκη, Βασίλης Κανάκης, Στέλιος Βόκοβιτς, Κρινιώ Παππά, Γιώργος Μετσόλης, Γιώργος Πλούτης 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖
© Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρονομιάς Αυτή η πορεία δίνει στην ιστορία τη θεατρική της ένταση. Κάθε εύρημα μεταβάλλει όσα πιστεύαμε για τον νεκρό και για εκείνον που τον σκότωσε. Η σκηνική δύναμη βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη μεταβολή: ο άγνωστος δράστης, αρχικά μια απειλητική παρουσία, αποκτά παρελθόν. Ο θεατής καλείται να εξετάσει το έγκλημά του γνωρίζοντας πια τι του συνέβη, χωρίς να πάψει να λογαριάζει τι έκανε ο ίδιος. Ο Χολμς δεν αντιμετωπίζει το αίμα ως πρόσκληση για συγκίνηση. Ρωτά σε ποιον ανήκει, πώς βρέθηκε εκεί και ποιο συμπέρασμα επιτρέπει. Η αυστηρότητα της μεθόδου του συναρπάζει, γιατί αφαιρεί από το έγκλημα το πέπλο του τρόμου και του δίνει μορφή αναγνώσιμη. Μα έχει και το ανθρώπινο όριό της: μπορεί να αποκαλύψει τη διαδρομή ενός ανθρώπου ως τον φόνο, όχι να μετρήσει όλο το βάρος που κουβαλούσε. Γι’ αυτό η παρουσία του Γουάτσον είναι ουσιαστική. Ως γιατρός γνωρίζει την ευαλωτότητα του σώματος· ως άνθρωπος που επιστρέφει από τον πόλεμο γνωρίζει πόσο δύσκολα επιστρέφει κανείς και στην καθημερινή ζωή. Ο θαυμασμός του για τον Χολμς δεν τον εμποδίζει να ακούει μια ανθρώπινη ιστορία πίσω από τις αποδείξεις. Μέσα από τη συνάντησή τους, ο θεατής αποκτά δύο τρόπους να πλησιάσει την αλήθεια: να την ελέγξει και να αντέξει όσα φανερώνει. Ο κόσμος του Κόναν Ντόιλ γεννιέται στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν η πίστη στην επιστημονική παρατήρηση αποκτά νέα ισχύ. Στο Λονδίνο, μια πόλη που μεγαλώνει και μετακινείται αδιάκοπα, ο άγνωστος μπορεί να χαθεί ανάμεσα στους πολλούς. Ο Χολμς απαντά σε αυτή την ανωνυμία με προσοχή στη λεπτομέρεια. Η ιστορία όμως περνά τον Ατλαντικό για να δείξει ότι ένα έγκλημα δεν εξηγείται μόνο από τον τόπο όπου έγινε. Έχει ρίζες σε σχέσεις εξουσίας, σε αποφάσεις επιβεβλημένες και σε ζωές που δεν αφέθηκαν να διαλέξουν. Εκεί βρίσκεται και το δυσκολότερο πρόσωπο του φονιά. Ο χαμένος έρωτας και η αδικία που υπέστη μπορούν να γεννήσουν συμπόνια. Δεν αθωώνουν τον φόνο. Όταν ο πόνος γίνεται το μοναδικό μέτρο της δικαιοσύνης, ο άνθρωπος κινδυνεύει να παραδώσει ολόκληρη τη ζωή του σε εκείνους που τον πλήγωσαν. Η εκδίκηση του χαρίζει σκοπό, του στερεί όμως κάθε μέλλον έξω από το παρελθόν. Σήμερα, που συχνά αποφασίζουμε ποιος είναι ένοχος ή άξιος συμπόνιας πριν ακούσουμε ολόκληρη την ιστορία του, αυτή η υπόθεση διατηρεί την αιχμή της. Προσωπικά, εκείνη η λέξη στον τοίχο με συγκλονίζει περισσότερο από τη λύση του μυστηρίου. Είναι μια απόπειρα να μιλήσει μια πληγή με τη γλώσσα της βίας. Ο Χολμς θα βρει ποιος την έγραψε. Εμείς οφείλουμε να αναρωτηθούμε τι είχε προηγηθεί και πότε ένας άνθρωπος έπαψε να πιστεύει ότι μπορούσε να ακουστεί αλλιώς. 🎧 Ηχητική απόδοση Σκηνοθεσία: Μίκης Νικήτας Ερμηνεύουν: Ανδρέας Μούστρας, Ανδρέας Ζεμπίλας, Θεόδουλος Μωρέας, Γιάννης Ρουσάκης, Δημήτρης Φαντίδης, Νικίας Νικολαΐδης, Μαρούσα Αβραμίδου, Ανδρέας Μακρίδης.
Το έργο συνδέεται επίσης με την Ειρωνεία της τύχης, γνωστή διεθνώς ως The Irony of Fate, or Enjoy Your Bath!. Η θεατρική ιστορία των Μπραγκίνσκι και Ριαζάνοφ προηγήθηκε της κινηματογραφικής μεταφοράς. Издательство «Азбука», ISBN: 978-5-389-29893-4 © Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρονομιάς Η Πρωτοχρονιά υπόσχεται μια καινούργια αρχή, αλλά σπάνια μας λέει πόσο άβολα μπορεί να αρχίσει. Στο έργο των Μπραγκίνσκι και Ριαζάνοφ, ένας άνθρωπος ξυπνά σε ξένη πόλη, ανοίγει ξένη πόρτα με το δικό του κλειδί και βρίσκεται μπροστά σε μια γυναίκα που δικαίως τον θεωρεί εισβολέα. Από αυτό το απίθανο συμβάν γεννιέται μια κωμωδία με νεύρο, τρυφερότητα και μια ανησυχητική ερώτηση: πόσο δική μας είναι η ζωή που έχουμε οργανώσει; Ο Ζένια, χειρουργός τριάντα έξι ετών, πηγαίνει με τους φίλους του στα λουτρά την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Το ποτό, η σύγχυση και ένα λάθος στο αεροδρόμιο τον στέλνουν από τη Μόσχα στο Λένινγκραντ. Εκεί δίνει στο ταξί τη διεύθυνση του σπιτιού του και φτάνει σε μια πολυκατοικία ίδια με τη δική του. Το κλειδί ανοίγει. Ο Ζένια κοιμάται. Όταν η Νάντια επιστρέφει, η νύχτα που περίμενε να περάσει με τον αρραβωνιαστικό της έχει ήδη εκτροχιαστεί. Η σύμπτωση αυτή θα ήταν ένα ευχάριστο εύρημα, αν οι συγγραφείς αρκούνταν στις παρεξηγήσεις. Τη μετατρέπουν όμως σε σάτιρα μιας κοινωνίας που τυποποιεί την κατοικία, την καθημερινότητα, ακόμη και τις προσδοκίες των ανθρώπων. Οι όμοιοι δρόμοι και τα όμοια διαμερίσματα έχουν θεατρική λειτουργία: επιτρέπουν στον Ζένια να μπει στο σπίτι της Νάντιας. Ταυτόχρονα θέτουν ένα πιο δύσκολο ερώτημα. Αν όλα γύρω μας έχουν σχεδιαστεί για να μοιάζουν, πώς αναγνωρίζουμε εκείνο που επιθυμούμε πραγματικά; Ο Ζένια δεν είναι ο θριαμβευτής εραστής μιας εύκολης ρομαντικής ιστορίας. Είναι διστακτικός, εξαρτημένος από τις συνήθειές του, περισσότερο ικανός να φροντίσει έναν ασθενή παρά να αποφασίσει τι θέλει από τη δική του ζωή. Η μέθη εξηγεί το ταξίδι του, δεν εξηγεί όμως όσα αρχίζει να νιώθει όταν συνέρχεται. Μπροστά στη Νάντια, μακριά από τη μητέρα, τη Γκάλια και την οικεία του πόλη, αναγκάζεται να μιλήσει χωρίς το καταφύγιο της καθημερινής του ταυτότητας. Η Νάντια έχει κάθε λόγο να αγανακτεί. Ένας άγνωστος βρίσκεται στο κρεβάτι της και η βεβαιότητα που πρόσφερε η προγραμματισμένη γιορτή της διαλύεται. Η δύναμή της βρίσκεται ακριβώς στο ότι δεν παραδίδεται αμέσως στη γοητεία του απρόοπτου. Αντιστέκεται, αμφιβάλλει, προσπαθεί να καταλάβει. Έτσι, η προσέγγισή τους αποκτά βάρος: δύο άνθρωποι αφήνουν σταδιακά ο ένας τον άλλον να φανεί πίσω από την αμηχανία και τον θυμό. Ο Ιπολίτ και η Γκάλια αξίζουν περισσότερα από τον ρόλο του εμποδίου. Η ζήλια του Ιπολίτ πληγώνει τη Νάντια, αλλά η σκηνή που αντικρίζει θα κλόνιζε πολλούς ανθρώπους. Και η Γκάλια έχει λόγο να αισθανθεί προδομένη από την εξαφάνιση του Ζένια. Εδώ βρίσκεται η ηθική οξύτητα της κωμωδίας: η πιθανότητα ενός νέου έρωτα δεν σβήνει αυτομάτως τον πόνο που αφήνει στους άλλους. Οι συγγραφείς χαρίζουν στους ήρωές τους μια δεύτερη ευκαιρία χωρίς να κάνουν τις προηγούμενες δεσμεύσεις τους ασήμαντες. Στη θεατρική του ουσία, το έργο ζει από την εισβολή, την αναμονή, την πόρτα που ανοίγει τη χειρότερη στιγμή. Πίσω από τον γρήγορο διάλογο ακούγονται όσα οι ήρωες δυσκολεύονται να πουν. Η ποίηση και η μουσική, τόσο χαρακτηριστικές στη γνωστή κινηματογραφική εκδοχή, κάνουν αυτή τη σιωπή πιο αισθητή: η γιορτή προχωρά, ενώ μέσα στο διαμέρισμα δύο μοναξιές παλεύουν να βρουν γλώσσα. Издательство «Азбука», ISBN: 978-5-389-29893-4 Σήμερα, που μπορούμε να σχεδιάσουμε μια γνωριμία και να προβλέψουμε τη διαδρομή ως την πόρτα της, η τρελή αυτή νύχτα διατηρεί την πρόκλησή της. Δεν μας ζητά να εμπιστευτούμε τυφλά την τύχη. Μας ρωτά αν, όταν ένα απρόοπτο φέρει στην επιφάνεια μια αλήθεια, έχουμε το θάρρος να την εξετάσουμε και την ευθύνη να πράξουμε ανάλογα. Ο Ζένια βρήκε τη σωστή διεύθυνση για τους λάθος λόγους. Το δύσκολο αρχίζει όταν πρέπει, επιτέλους, να διαλέξει πού θέλει να μείνει.
00:00 ΠΡΟΛΟΓΟΣ 1Ο ΑΣΜΑ 30:42 2ο ΑΣΜΑ 38:46 3ο ΑΣΜΑ 47:41 4ο ΑΣΜΑ 57:05 5ο ΑΣΜΑ 1:16 6ο ΑΣΜΑ 1:24 7ο ΑΣΜΑ 1:31 8ο ΑΣΜΑ 1:38 9ο ΑΣΜΑ 1:47 10ο ΑΣΜΑ 1:55 11ο ΑΣΜΑ 2:03 12ο ΑΣΜΑ 2:10 13ο ΑΣΜΑ 2:19 14ο ΑΣΜΑ 2:28 15ο ΑΣΜΑ 2:37 16ο ΑΣΜΑ 2:45 17ο ΑΣΜΑ 2:54 18ο ΑΣΜΑ 3:02 19ο ΑΣΜΑ 3:10 20ο ΑΣΜΑ 3:18 21ο ΑΣΜΑ 3:26 22ο ΑΣΜΑ 3:35 23ο ΑΣΜΑ 3:44 24ο ΑΣΜΑ 3:53 25ο ΑΣΜΑ 4:02 26ο ΑΣΜΑ 4:12 27ο ΑΣΜΑ 4:20 28ο ΑΣΜΑ 4:28 29ο ΑΣΜΑ 4:37 30Ο ΑΣΜΑ 4:46 31Ο ΑΣΜΑ 5:12 32Ο ΑΣΜΑ 5:03 33Ο ΑΣΜΑ 5:12 34Ο ΑΣΜΑ 5: 21 Οι εννέα κύκλοι της Κόλασης του Δάντη Η «Κόλαση» του Δάντη είναι ένα ταξίδι προς τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής. Ο ποιητής, χαμένος σε ένα σκοτεινό δάσος, βρίσκει οδηγό τον Βιργίλιο και κατεβαίνει μαζί του στον Άδη. Εκείνος μοιάζει με τεράστιο χωνί κάτω από τη γη: όσο χαμηλότερα προχωρούν, τόσο στενεύει ο χώρος και τόσο βαρύτερα γίνονται τα αμαρτήματα που συναντούν. Οι τιμωρίες δεν είναι τυχαίες. Με εικόνες που μένουν στη μνήμη, ο Δάντης δείχνει τι συμβαίνει όταν μια ανθρώπινη αδυναμία κυριεύει ολόκληρη τη ζωή. Πριν από τους εννέα κύκλους, οι δύο ταξιδιώτες περνούν τον Αχέροντα με τη βάρκα του Χάροντα. Από εκεί και πέρα, κάθε βήμα τους αποκαλύπτει έναν διαφορετικό τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος έχασε την ελευθερία ή την ευθύνη του. Στον πρώτο κύκλο, το Λίμπο, βρίσκονται ενάρετοι άνθρωποι που έζησαν πριν από τον Χριστιανισμό ή δεν βαπτίστηκαν. Δεν βασανίζονται σωματικά. Η θλίψη τους είναι ότι δεν μπορούν να φτάσουν στον Θεό. Είναι ένας τόπος αξιοπρέπειας και γνώσης, αλλά δίχως την ελπίδα της σωτηρίας. Στον δεύτερο κύκλο μια ασταμάτητη θύελλα παρασύρει όσους άφησαν το ερωτικό πάθος να κυβερνήσει τις αποφάσεις τους. Όπως παραδόθηκαν στη δύναμη της επιθυμίας όσο ζούσαν, έτσι τώρα δεν μπορούν να ορίσουν την πορεία τους. Εδώ ο Δάντης ακούει τη συγκλονιστική ιστορία του Πάολο και της Φραντσέσκας. Στον τρίτο κύκλο οι λαίμαργοι κείτονται μέσα σε βροχή, λάσπη και παγωνιά. Ο Κέρβερος τους απειλεί αδιάκοπα. Η αφθονία που αναζήτησαν χωρίς μέτρο έχει γίνει ένας κόσμος όπου τίποτε δεν προσφέρει παρηγοριά. Στον τέταρτο κύκλο όσοι συσσώρευαν πλούτη και όσοι τα σπαταλούσαν σπρώχνουν πελώρια βάρη, συγκρούονται και ξαναρχίζουν από την αρχή. Η περιουσία, γύρω από την οποία περιστρεφόταν η ζωή τους, έχει μετατραπεί σε μάταιο κόπο. Στον πέμπτο κύκλο οι οργισμένοι χτυπιούνται μεταξύ τους στα νερά της Στύγας. Κάτω από την επιφάνεια βρίσκονται όσοι έκρυβαν την οργή βαθιά μέσα τους. Η βία, είτε ξεσπά είτε καταπνίγεται, τους κρατά στον ίδιο βάλτο. Πέρα από τη Στύγα ορθώνονται οι πύλες της πόλης του Δίτη. Ένας ουράνιος αγγελιοφόρος τις ανοίγει και η κάθοδος συνεχίζεται. Στον έκτο κύκλο οι αιρετικοί βρίσκονται σε φλεγόμενους τάφους. Ο τόπος θυμίζει νεκροταφείο όπου ακόμη και η πέτρα καίει. Ο έβδομος κύκλος χωρίζεται σε τρία μέρη, ανάλογα με το πού στράφηκε η βία. Όσοι έβλαψαν άλλους ανθρώπους βυθίζονται σε ποταμό από αίμα που βράζει. Όσοι στράφηκαν εναντίον του εαυτού τους γίνονται δέντρα σε ένα οδυνηρό δάσος ή καταδιώκονται από σκυλιά. Όσοι άσκησαν βία απέναντι στον Θεό, στη φύση και στην ανθρώπινη εργασία βρίσκονται κάτω από βροχή φωτιάς, πάνω σε καυτή άμμο. Ο όγδοος κύκλος είναι ο τόπος της απάτης. Χωρίζεται σε δέκα τάφρους, όπου ο Δάντης συναντά, μεταξύ άλλων, υποκριτές, κλέφτες, διεφθαρμένους αξιωματούχους, ψευδοπροφήτες και συμβούλους που χρησιμοποίησαν την εξυπνάδα τους για να βλάψουν. Εδώ το κακό γίνεται πιο μελετημένο: κάποιος σχεδιάζει πώς θα παραπλανήσει έναν άλλον. Τέλος, ο γίγαντας Ανταίος κατεβάζει τους ταξιδιώτες στον ένατο κύκλο. Στο βαθύτερο σημείο της Κόλασης δεν τους περιμένουν φλόγες, αλλά πάγος. Στην παγωμένη λίμνη βρίσκονται οι προδότες της οικογένειας, της πατρίδας, των φίλων και των ευεργετών τους. Στο κέντρο της γης ο Εωσφόρος μασά αιώνια τον Ιούδα, τον Βρούτο και τον Κάσσιο. Η διαδρομή τελειώνει εκεί όπου έχει παγώσει ολοκληρωτικά η εμπιστοσύνη ανάμεσα στους ανθρώπους. 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖
© Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρονομιάς Η «Μανόν Λεσκό» δεν αφηγείται απλώς έναν μεγάλο έρωτα. Καταγράφει την αγωνιώδη πορεία δύο ανθρώπων που ζητούν από το πάθος να τους χαρίσει τα πάντα και τελικά του παραδίδουν τα πάντα. Ο Αββάς Πρεβό οδηγεί τους ήρωές του από την πρώτη έκσταση στην κοινωνική παρανομία και από εκεί στην εξορία, στην ερήμωση και στον θάνατο. Κάθε επιστροφή τους στη ζωή γίνεται η αρχή μιας βαθύτερης πτώσης. Ο νεαρός ιππότης ντε Γκριέ συναντά τη Μανόν ενώ εκείνη προορίζεται για το μοναστήρι. Η απόφαση να δραπετεύσουν μαζί γεννιέται σχεδόν πριν προλάβουν να γνωριστούν. Δεν ερωτεύονται μέσα στον χρόνο. Ερωτεύονται εναντίον του χρόνου. Καταφεύγουν στο Παρίσι, όπου η αρχική μέθη υποχωρεί μπροστά στην ανάγκη, στη φιλοδοξία και στη διαφθορά. Η Μανόν αγαπά τον ντε Γκριέ, αλλά φοβάται τη στέρηση περισσότερο από την απιστία. Εκείνος συγχωρεί κάθε προδοσία, όχι από ψυχικό μεγαλείο, αλλά επειδή έχει μετατρέψει την αγαπημένη του σε μοναδική αιτία της ύπαρξής του. Αυτό είναι και το σκοτεινότερο δραματουργικό επίτευγμα του Πρεβό. Ο ντε Γκριέ δεν παρουσιάζεται ως αθώο θύμα μιας μοιραίας γυναίκας. Είναι ένας νέος ευγενής που εγκαταλείπει οικογένεια, κοινωνική θέση, ηθικούς φραγμούς και θρησκευτική προοπτική. Εξαπατά, χαρτοπαίζει, συνωμοτεί και φτάνει στο έγκλημα. Αφηγούμενος ο ίδιος την ιστορία του, επιχειρεί διαρκώς να αθωωθεί μέσω του έρωτα. Όμως η εξομολόγησή του προδίδει κάτι βαθύτερο: δεν αγαπά μόνο τη Μανόν. Αγαπά τον εαυτό του όπως υπάρχει μέσα από εκείνη. Η Μανόν παραμένει πιο αινιγματική, επειδή τη γνωρίζουμε κυρίως από τη ματιά του άνδρα που τη λατρεύει και συγχρόνως την κατηγορεί. Δεν είναι άκαρδη τυχοδιώκτρια ούτε εξιδανικευμένη αγία. Είναι μια νεαρή γυναίκα που έχει μάθει πως, σε μια κοινωνία όπου οι γυναίκες διαθέτουν ελάχιστη αυτονομία, η ομορφιά μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο επιβίωσης. Αναζητεί την πολυτέλεια επειδή μέσα από αυτήν αισθάνεται ασφαλής. Οι επιλογές της πληγώνουν, αλλά δεν γεννιούνται σε κοινωνικό κενό. Πίσω από την αστάθειά της διακρίνεται ο τρόμος της φτώχειας και πίσω από την ελαφρότητά της μια απελπισμένη προσκόλληση στη ζωή. Ο Τιμπέρζ, φίλος του ντε Γκριέ, εκπροσωπεί τη φωνή της λογικής, της πίστης και της σταθερότητας. Δεν είναι όμως ένας ψυχρός ηθικολόγος. Η αφοσίωσή του αποδεικνύει ότι υπάρχει και μια αγάπη που δεν απαιτεί κατοχή. Δίπλα του, το πάθος του ντε Γκριέ απογυμνώνεται από τον ρομαντικό του μανδύα και αποκαλύπτει την εξάρτηση που κρύβει. Η Γαλλία του 18ου αιώνα δεν αποτελεί απλό σκηνικό. Το χρήμα αγοράζει προστασία, η καταγωγή καθορίζει την αξία του ανθρώπου και η δικαιοσύνη τιμωρεί αυστηρότερα τους αδύναμους. Η Μανόν φυλακίζεται και οδηγείται στην εξορία, ενώ οι ισχυροί άνδρες που εμπορεύονται την ανάγκη της παραμένουν σχεδόν ανέγγιχτοι. Το έργο, που πρωτοκυκλοφόρησε το 1731 και προκάλεσε σκάνδαλο, τόλμησε να ζητήσει συμπόνια για πρόσωπα ηθικά έκθετα, χωρίς να εξωραΐσει τις πράξεις τους. Η πορεία προς τη Λουιζιάνα προσφέρει στους δύο εραστές μια ύστατη δυνατότητα μεταμόρφωσης. Για λίγο, η Μανόν μοιάζει έτοιμη να αγαπήσει χωρίς αντάλλαγμα και ο ντε Γκριέ χωρίς παραίσθηση. Μα η κοινωνική βία τούς ακολουθεί ακόμη και στην άλλη άκρη του κόσμου. Ο θάνατός της δεν είναι μόνο τιμωρία. Είναι η τελική αποκάλυψη μιας ζωής που δεν βρήκε χώρο για να υπάρξει έξω από την επιθυμία των άλλων. Σήμερα η «Μανόν Λεσκό» παραμένει οδυνηρά επίκαιρη. Μιλά για σχέσεις όπου η αγάπη συγχέεται με την εξάρτηση, για ανθρώπους που φοβούνται τόσο πολύ την εγκατάλειψη ώστε αποδέχονται την ταπείνωση και για μια κοινωνία που εξακολουθεί να μετρά την ανθρώπινη αξία με το χρήμα, το φύλο και την κοινωνική δύναμη. Ο Πρεβό δεν καταδικάζει τον έρωτα. Καταδικάζει την ψευδαίσθηση ότι ο έρωτας μπορεί να αντικαταστήσει τη συνείδηση. Η Μανόν και ο ντε Γκριέ χάνονται επειδή δεν έμαθαν να αγαπούν χωρίς να καταστρέφουν. Κι όταν το πάθος γίνεται ολόκληρη η ζωή, ο άνθρωπος δεν πεθαίνει μόνο όταν σταματά η καρδιά του. Πεθαίνει κάθε φορά που, για να μη χάσει τον άλλον, χάνει τον εαυτό του. Ηχογράφηση: 1966 Ραδιοσκηνοθεσία: Γιώργος Θεοδοσιάδης Aκούγονται οι ηθοποιοί: Γιάννης Κανδύλας - Αββάς Πρεβώ, Λυκούργος Καλλέργης - Μαρκήσιος, Λουίζα Ποδηματά - Ροζέτα, Γιώργος Ζαχαριάδης - Πρίγκηπας, Κώστας Καζάκος - Λεσκό, Γιώργος Νέζος - Ηγούμενος, Σπύρος Ολύμπιος - Τελάλης, Κική Ρέππα - ένα κορίτσι, Χρήστος Τσάγκας - ένας άντρας, Θεόδωρος Μορίδης - Μεγαλοκτηματίας, Λουκιανός Ροζάν - Φύλακας, Αλίκη Αλεξανδράκη - Νατάλα, Νίκος Παπαναστασίου - Συνελέ Μανόν Λεσκό η Βάσω Μανωλίδου, Ιππότης ντε Γκριέ ο Νίκος Καζής 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖
Στο έκτο πάτωμα μιας παρισινής πολυκατοικίας η ζωή ανεβαίνει λαχανιασμένη, με άδειες τσέπες και πεισματάρα όνειρα. Εκεί όπου το ενοίκιο γίνεται καθημερινός εφιάλτης, ο Αλφρέντ Ζερί ανακαλύπτει έναν απρόσμενο πλούτο: την ανθρώπινη παρουσία. Το γέλιο γεννιέται δίπλα στο δάκρυ και η κωμωδία αρνείται να αποκρύψει την κοινωνική πληγή που τη γέννησε. Γραμμένο το 1937, μέσα στο ταραγμένο κλίμα του Μεσοπολέμου, το έργο τοποθετείται σε μια φτωχική πολυκατοικία του Παρισιού. Η οικονομική κρίση έχει γονατίσει τους μικροαστούς και τους εργάτες, η ανεργία απειλεί κάθε βεβαιότητα και η Ευρώπη βαδίζει, σχεδόν υπνωτισμένη, προς μια νέα καταστροφή. Ωστόσο, ο Ζερί δεν γράφει πολιτική διακήρυξη. Παρατηρεί την Ιστορία από τα δωμάτια των ανθρώπων, από τα απλήρωτα νοίκια, τα άδεια πιάτα, τους καβγάδες στον κοινόχρηστο διάδρομο και τις μικρές ελπίδες που αρνούνται να πεθάνουν. Οι ένοικοι του έκτου πατώματος ζουν στριμωγμένοι, εκτεθειμένοι ο ένας στο βλέμμα του άλλου. Η ιδιωτική ζωή γίνεται σχεδόν αδύνατη. Κάθε πόρτα κρύβει μια ανάγκη και κάθε τοίχος αφήνει να περάσουν ψίθυροι, εξομολογήσεις, ζήλιες και παράπονα. Η σπιτονοικοκυρά εμφανίζεται για να εισπράξει τα οφειλόμενα και τότε αρχίζει ένας κωμικός μηχανισμός από κρυψώνες, δικαιολογίες και μικρές εξαπατήσεις. Πίσω όμως από την ευθυμία βρίσκεται η ταπείνωση του ανθρώπου που δεν μπορεί να ανταποκριθεί ούτε στις στοιχειώδεις υποχρεώσεις του. Η Ζερμαίν Λεσκαλιέ αποτελεί μία από τις ζωντανότερες παρουσίες αυτού του μικρόκοσμου. Πολυλογού, ανήσυχη και αδιάκριτη, μετατρέπει την περιέργεια σε τρόπο συμμετοχής στις ζωές των άλλων. Η φλυαρία της δεν είναι απλώς κωμικό γνώρισμα. Είναι η άμυνα μιας γυναίκας απέναντι στη μοναξιά και στον φόβο ότι, αν πάψει να μιλά, κανείς δεν θα θυμάται πως υπάρχει. Ο άντρας της, ο Μαξ, κουβαλά τη φθορά του ανθρώπου που βλέπει την κοινωνική του θέση να συρρικνώνεται. Ο πατέρας Οσποπότ κρύβει πίσω από τις ιδιοτροπίες του την αγωνία μιας γενιάς που δεν μπορεί πια να προστατεύσει τα παιδιά της. Ο Ζοζό, νέος εργάτης, αντιπροσωπεύει τη δύναμη της ζωής που επιμένει να διεκδικεί το αύριο. Ο έρωτάς του δεν είναι πολυτέλεια αλλά πράξη αντίστασης. Η Εντβίγκ, πληγωμένη και ευάλωτη, αναζητεί στο συναίσθημα μια έξοδο από την ασφυξία. Αντίθετα, ο Ζονβάλ υιοθετεί τον κυνισμό σαν προστατευτική πανοπλία. Φοβάται να πιστέψει, επειδή όποιος ελπίζει κινδυνεύει να διαψευστεί. Η ψυχρότητά του δεν φανερώνει δύναμη αλλά βαθιά συναισθηματική ανασφάλεια. Η μεγάλη αρετή του έργου βρίσκεται στην ισορροπία ανάμεσα στο κωμικό επεισόδιο και στην κοινωνική αλήθεια. Ο Ζερί δεν εξιδανικεύει τη φτώχεια. Γνωρίζει ότι η στέρηση μπορεί να γεννήσει μικρότητα, φθόνο, κουτσομπολιό και σκληρότητα. Συγχρόνως, αναγνωρίζει πως οι ίδιοι άνθρωποι, όταν έρθει η κρίσιμη στιγμή, μπορούν να μοιραστούν το ελάχιστο που διαθέτουν. Η αλληλεγγύη δεν παρουσιάζεται ως μεγαλόστομη αρετή αλλά ως καθημερινή χειρονομία. Το έκτο πάτωμα βρίσκεται ψηλά στην πολυκατοικία αλλά χαμηλά στην κοινωνική κλίμακα. Αυτή η χωροταξική ειρωνεία αποτελεί τον δραματουργικό πυρήνα του έργου. Όσο ανεβαίνουν τα σκαλιά τόσο υποχωρούν η οικονομική άνεση και η κοινωνική ισχύς. Κι όμως, στους φτωχικούς αυτούς χώρους απομένει κάτι που απουσιάζει συχνά από τα πολυτελή διαμερίσματα: η ζεστασιά της ανθρώπινης επαφής. Σήμερα, μέσα σε μια εποχή ακρίβειας, ανασφάλειας και αυξανόμενης μοναξιάς, το έργο ακούγεται ανησυχητικά οικείο. Άλλαξαν τα νομίσματα και οι πολυκατοικίες, όχι όμως ο φόβος της επόμενης ημέρας. Προσωπικά, βλέπω στο Έκτο Πάτωμα μια υπενθύμιση πως η αξιοπρέπεια δεν εξαρτάται από το εισόδημα, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο στεκόμαστε δίπλα στον άλλον όταν όλα καταρρέουν. Ο Αλφρέντ Ζερί δεν υπόσχεται ότι τα όνειρα θα πραγματοποιηθούν. Λέει κάτι δυσκολότερο και εντιμότερο: ακόμη κι όταν το όνειρο χαθεί, ο άνθρωπος μπορεί να μη χαθεί μαζί του. Γιατί η πραγματική άνοδος δεν μετριέται με πατώματα. Αρχίζει τη στιγμή που κάποιος απλώνει το χέρι του και κανείς δεν τον αφήνει μόνο. Του Alfred Gehri Παίζουν με τη σειρά που ακούγονται οι ηθοποιοί Νάσος Κεδράκας, Αλίκη Ζωγράφου, Ελένη Καρπέτα, Ρίτα Μουσούρη, Καίτη Χρονοπούλου, Γιάννης Αργύρης, Νίκος Φιλιππόπουλος, Αγνή Βλάχου, Νίκος Κούρκουλος, Θεανώ Ιωαννίδου, Σταύρος Ξενίδης Μετάφραση και ραδιοφωνική προσαρμογή Γιώργος Βρασιβανόπουλος Σκηνοθεσία Μηνάς Χρηστίδης 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖
Το λευκό κουνέλι δεν οδηγεί την Αλίκη μονάχα σε μια υπόγεια χώρα. Την παρασύρει σε έναν κόσμο όπου η λογική έχει παραφρονήσει, η εξουσία παίζει με τις λέξεις και η παιδική αθωότητα καλείται να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Ο Λιούις Κάρολ μεταμορφώνει το παραμύθι σε πνευματική εξέγερση. Και πίσω από το γέλιο αφήνει να ακουστεί μια ανησυχητική ερώτηση: ποιος αποφασίζει τελικά τι είναι λογικό; Η «Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων», που εκδόθηκε το 1865, γεννήθηκε στη βικτωριανή Αγγλία, σε μια κοινωνία αυστηρής ιεραρχίας, ηθικών απαγορεύσεων και πειθαρχημένης ανατροφής. Ο Κάρολ, μαθηματικός και βαθύς γνώστης της λογικής, δεν απορρίπτει τη λογική σκέψη. Σαρκάζει την παραμορφωμένη εκδοχή της: εκείνη που επιστρατεύεται από τους ενηλίκους για να επιβάλλει κανόνες χωρίς νόημα και απαιτήσεις χωρίς δικαιοσύνη. Η Χώρα των Θαυμάτων είναι ένας κόσμος παράλογος, αλλά όχι περισσότερο παράλογος από την πραγματικότητα που τον γέννησε. Η Αλίκη, κυνηγώντας το Λευκό Κουνέλι, πέφτει στη λαγουδότρυπα και εισέρχεται σε έναν τόπο όπου τίποτε δεν παραμένει σταθερό. Το σώμα της μεγαλώνει και μικραίνει, οι λέξεις αλλάζουν σημασία και οι συνομιλίες καταλήγουν σε αδιέξοδο. Συναντά την Κάμπια, τη Δούκισσα, τον Τρελοκαπελά, τον Λαγό του Μαρτίου, τη Γάτα του Τσεσάιρ και τη φοβερή Βασίλισσα των Κούπών. Καθένας τους μοιάζει να κατέχει μια βεβαιότητα. Κανείς όμως δεν διαθέτει πραγματική σοφία. Οι αλλεπάλληλες μεταμορφώσεις της Αλίκης εκφράζουν την αγωνία ενός παιδιού που αισθάνεται ότι δεν ορίζει ακόμη ούτε το σώμα ούτε την ταυτότητά του. «Ποια είμαι;» είναι το άρρητο ερώτημα κάθε δοκιμασίας της. Η ηρωίδα δεν παρουσιάζεται ως άσπιλο πλάσμα. Είναι περίεργη, ανυπόμονη, κάποτε απότομη και γεμάτη από τις σχολικές γνώσεις που οι μεγάλοι τής δίδαξαν. Διαθέτει όμως κάτι που οι άλλοι έχουν απολέσει: την ικανότητα να αμφιβάλλει. Η απορία της γίνεται σταδιακά συνείδηση και η συνείδηση αντίσταση. Οι παράξενοι κάτοικοι της χώρας δεν είναι απλώς χαριτωμένες επινοήσεις. Ο Τρελοκαπελάς και το αδιάκοπο τσάι του κατοικούν μέσα σε έναν χρόνο που έχει ακινητοποιηθεί. Η Γάτα του Τσεσάιρ γνωρίζει ότι η τρέλα αποτελεί τον γενικό κανόνα. Η Κάμπια δοκιμάζει τη μνήμη και την αυτογνωσία της Αλίκης. Η Βασίλισσα των Κούπών συμπυκνώνει τη γελοιότητα της αυταρχικής εξουσίας: πρώτα διατάζει την τιμωρία και ύστερα αναζητεί το αδίκημα. Η κραυγή «Να του πάρουν το κεφάλι!» δεν προκαλεί μόνο γέλιο. Φανερώνει πόσο εύκολα η εξουσία αντικαθιστά τη δικαιοσύνη με τον φόβο. Στη σκηνή της δίκης η σάτιρα φτάνει στην κορύφωσή της. Οι μάρτυρες μιλούν χωρίς να γνωρίζουν, τα στοιχεία δεν αποδεικνύουν τίποτε και η απόφαση μοιάζει προαποφασισμένη. Η Αλίκη έχει πλέον μεγαλώσει, όχι μόνο σωματικά αλλά ηθικά. Αρνείται να αναγνωρίσει το κύρος μιας τάξης πραγμάτων που στηρίζεται στην ανοησία. Όταν αποκαλεί τους δικαστές και τη βασιλική αυλή «μια τράπουλα από χαρτιά», το παιδί παύει να είναι υπήκοος του φόβου του. Η ηχογράφηση του 1959, σε σκηνοθεσία Γιώργου Θεοδοσιάδη, αποκτά ιδιαίτερη αξία γιατί φέρνει αυτό το σύμπαν στη χρυσή εποχή του ελληνικού ραδιοφωνικού θεάτρου. Η Αλίκη Βουγιουκλάκη και ένα εκλεκτό σύνολο ηθοποιών, ανάμεσά τους ο Νίκος Κούρκουλος, υπηρετούν έναν κόσμο που οφείλει να γίνει ορατός αποκλειστικά μέσα από τις φωνές, τον ρυθμό και τις ηχητικές μεταπτώσεις. Η ακρόαση απαιτεί από το κοινό να ξαναβρεί τη δημιουργική του φαντασία. Σήμερα η Χώρα των Θαυμάτων μοιάζει ανατριχιαστικά γνώριμη. Ζούμε ανάμεσα σε λέξεις που αδειάζουν από το νόημά τους, αλήθειες που μεταβάλλονται ανάλογα με εκείνον που τις εκφωνεί και δημόσιες καταδίκες που συχνά προηγούνται της απόδειξης. Για μένα, η σπουδαιότερη πράξη της Αλίκης δεν είναι ότι ονειρεύεται. Είναι ότι ξυπνά. Κατανοεί πως η εξουσία του παραλόγου διαρκεί όσο εμείς τη θεωρούμε παντοδύναμη. Το έργο δεν μας καλεί να εγκαταλείψουμε τη λογική, αλλά να τη σώσουμε από εκείνους που τη χρησιμοποιούν ως προσωπείο. Γιατί ενηλικίωση δεν σημαίνει να συνηθίσουμε το παράλογο. Σημαίνει να αποκτήσουμε το θάρρος να δείξουμε την τράπουλα και να πούμε πως τα χάρτινα στέμματά της δεν έχουν καμία εξουσία επάνω στην ελεύθερη συνείδηση. Ηχογράφηση: 1959 Σκηνοθεσία: Γιώργος Θεοδοσιάδης Ακούγονται οι ηθοποιοί: Αλίκη Βουγιουκλάκη, Νίκος Κούρκουλος, Νίκος Φιλιππόπουλος, Γιώργος Πλούτης, Κρινιώ Παππά, Λουίζα Ποδηματά, Αγνή Βλάχου, Σπύρος Ολύμπιος, Ολυμπία Παπαδούκα, Νίκος Παπαναστασίου, Αθηνά Μιχαηλίδου, Τάκης Γαλανός 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖
© Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρονομιάς Η νύχτα αποκτά αγριότητα όταν το παρελθόν επιστρέφει για να απαιτήσει όσα του χρωστούν. Μια εξομολόγηση που δεν προλαβαίνει να ολοκληρωθεί και μια παλιά φωτογραφία που αρνείται να μείνει αθώα γίνονται οι δύο όψεις της ίδιας απειλής. Στην Άγρια νύχτα του Γιάννη Κανδήλα και στη Φωτογραφία του Φίλιππα Φιλίππου, το έγκλημα γεννιέται πολύ πριν ακουστεί ο πρώτος πυροβολισμός: γεννιέται μέσα στη σιωπή, στην ενοχή και στη μνήμη. Στην Άγρια νύχτα, δύο παλιοί φίλοι ξανασυναντιούνται ύστερα από χρόνια. Η χαρά της επανένωσης σβήνει σχεδόν αμέσως, όταν ο ένας ομολογεί πως φοβάται για τη ζωή του. Δεν πρόκειται για έναν αόριστο φόβο ούτε για μια στιγμιαία ταραχή. Είναι η αγωνία ενός ανθρώπου που αισθάνεται ότι το παρελθόν του έχει ήδη εκδώσει την καταδικαστική απόφαση. Πριν ο φίλος του καταλάβει την προέλευση της απειλής, το μοιραίο συμβαίνει και η εξομολόγηση μετατρέπεται σε μοναδικό νήμα προς την αλήθεια. Ο απειλούμενος άνδρας γίνεται το κέντρο του δράματος ακόμη και μετά τον θάνατό του. Η απουσία του αποκτά μεγαλύτερο βάρος από την παρουσία των ζωντανών, επειδή όλοι αναγκάζονται να ορίσουν τη θέση τους απέναντί του. Ο παλιός φίλος, πάλι, δεν λειτουργεί μόνο ως ερευνητής ή μάρτυρας. Βασανίζεται από το φοβερό ερώτημα που ακολουθεί κάθε προαναγγελθείσα συμφορά: μπορούσε άραγε να την είχε αποτρέψει; Η έρευνά του είναι συγχρόνως αναζήτηση του δράστη και αναμέτρηση με την προσωπική του ενοχή. Ο Κανδήλας χειρίζεται έναν βαθύ ανθρώπινο φόβο: να πούμε την αλήθεια όταν είναι πλέον πολύ αργά για να σωθούμε. Η φιλία παρουσιάζεται ως η τελευταία καταφυγή του κυνηγημένου ανθρώπου, αλλά και ως δεσμός που δοκιμάζεται από όσα έμειναν ανομολόγητα. Το έγκλημα δεν είναι μια ξαφνική έκρηξη. Είναι ο τελικός κρίκος μιας αλυσίδας που είχε αρχίσει να σχηματίζεται χρόνια πριν. Στη Φωτογραφία, ο Φίλιππος Φιλίππου μεταφέρει το μυστήριο από την προφορική εξομολόγηση στην παγωμένη ακινησία μιας εικόνας. Δύο ναυτικοί εμπλέκονται σε μια σκοτεινή υπόθεση ληστείας, όταν μια παλιά φωτογραφία θεωρείται από τις Αρχές κρίσιμο στοιχείο. Εκείνο που για τον κάτοχό της αποτελεί προσωπικό ενθύμιο, για την αστυνομία και τους πραγματικούς ενόχους μετατρέπεται σε τεκμήριο. Από αυτήν τη στιγμή οι δύο φίλοι βρίσκονται παγιδευμένοι ανάμεσα στην καχυποψία του νόμου και στην απειλή του εγκληματικού κόσμου. Η φωτογραφία αποκτά σχεδόν τη δύναμη τρίτου πρωταγωνιστή. Φυλάσσει κάτι που το ανθρώπινο βλέμμα δεν είχε αρχικά προσέξει και αποδεικνύει ότι καμία εικόνα δεν είναι εντελώς αθώα. Διασώζει το παρελθόν, αλλά μαζί του διασώζει και όσα κάποιοι θα ήθελαν να εξαφανίσουν. Ο κάτοχός της είναι ένας άνθρωπος δεμένος συναισθηματικά με τη μνήμη. Ο φίλος και συνάδελφός του αντιπροσωπεύει την πρακτική σκέψη και την ανάγκη άμεσης δράσης. Η δοκιμασία τους αποκαλύπτει ότι η φιλία δεν επιβεβαιώνεται στις εύκολες υποσχέσεις, αλλά όταν ο ένας κινδυνεύει εξαιτίας του άλλου και, παρ’ όλα αυτά, επιλέγει να παραμείνει δίπλα του. Η ιδιότητα των δύο ανδρών ως ναυτικών ενισχύει δραματουργικά την αίσθηση του ξεριζωμού. Άνθρωποι συνηθισμένοι να αναχωρούν βρίσκονται τώρα εγκλωβισμένοι στη στεριά, χωρίς τη θάλασσα που τους πρόσφερε φυγή και λησμονιά. Η στεριά γίνεται ο τόπος της λογοδοσίας. Δεν μπορούν πλέον να σαλπάρουν μακριά από το παρελθόν τους. Τα δύο έργα συνομιλούν μέσα από διαφορετικά αντικείμενα μνήμης. Στο πρώτο, μια ανολοκλήρωτη εξομολόγηση επιζεί μετά τον θάνατο. Στο δεύτερο, μια φωτογραφία γνωρίζει περισσότερα από εκείνον που την κρατά. Και στις δύο ιστορίες, η αλήθεια υπάρχει πριν αρχίσει η έρευνα, αλλά παραμένει αθέατη επειδή οι άνθρωποι κοιτούν χωρίς να βλέπουν και ακούν χωρίς να καταλαβαίνουν. Στη σημερινή εποχή των αμέτρητων εικόνων και της βιαστικής επικοινωνίας, αυτή η προειδοποίηση γίνεται ακόμη πιο επίκαιρη. Ένα στιγμιότυπο μπορεί να ενοχοποιήσει, μια πληροφορία να παραποιηθεί και ένας φόβος να αγνοηθεί μέχρι να γίνει τραγωδία. Ο Κανδήλας και ο Φιλίππου μας υπενθυμίζουν ότι πίσω από κάθε αστυνομικό αίνιγμα βρίσκεται ένα ηθικό χρέος: να ακούμε τον άνθρωπο πριν η φωνή του μετατραπεί σε μαρτυρία και να αναζητούμε την αλήθεια πριν τη σκεπάσει οριστικά η νύχτα. Άγρια νύχτα Συντελεστές.. Συγγραφέας.. Γιάννης Κανδήλας Ραδιοσκηνοθεσία.. Αργύρης Πιπέρης Έτος Ηχογράφησης.. 1981 Ακούγονται οι ηθοποιοί (με αλφαβητική σειρά).. Βίκυ Βανίτα.. Εύη Γκίνη.. Δήμητρα Δημητριάδου.. Λευτέρης Ελευθεριάδης.. Αλμπέρτο Εσκενάζυ.. Δημήτρης Ζακυνθινός.. Κώστας Κοσμόπουλος.. Αντώνης Λιώτσης.. Γιώργος Μοσχίδης.. Γιάννης Παπαϊωάννου. Η φωτογραφία Σκηνοθεσία: Αντέλα Μέρμηγκα Αφηγητής ο Δημήτρης Πουλικάκος Ακούγονται οι ηθοποιοί: Νίκος Σιδέρης, Παναγιώτης Βασιλόπουλος, Έφη Θανοπούλου, Κώστας Ψωμιάδης, Κωνσταντίνα Μπακόλα, Ντόρις Γεωργίου 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖
© Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρονομιάς Ορισμένα γράμματα δεν χάνονται επειδή παραπέφτουν σε κάποιο συρτάρι. Χάνονται επειδή η αλήθεια τους είναι βαρύτερη από την αντοχή εκείνων που θα τα διαβάσουν. Στο ψυχολογικό δράμα «Το χαμένο γράμμα» του Paul Vandenberghe, ένα ξεχασμένο κείμενο επιστρέφει από το παρελθόν και μετατρέπει την οικογενειακή έπαυλη σε αίθουσα μιας ανελέητης δίκης. Μόνο που αυτήν τη φορά δεν υπάρχουν ένορκοι, δικαστικές ενστάσεις και ασφαλή νομικά τεχνάσματα. Ο διακεκριμένος νομικός Πιερ Μάρτι επιστρέφει στο σπίτι του ύστερα από μια συντριπτική επαγγελματική ήττα. Η πελάτισσά του καταδικάστηκε για φόνο και μαζί με τη δική της ελευθερία φαίνεται να χάνεται κάτι από τη βεβαιότητα με την οποία εκείνος είχε οικοδομήσει ολόκληρη τη ζωή του. Δεν επιστρέφει απλώς κουρασμένος. Επιστρέφει ηττημένος από την αδυναμία του νόμου να ταυτιστεί πάντοτε με τη δικαιοσύνη. Το σπίτι, που θα έπρεπε να προσφέρει ανάπαυση, τον υποδέχεται με μια δεύτερη υπόθεση. Ένα γράμμα χαμένο και ξεχασμένο ανασύρει όσα είχαν θαφτεί κάτω από την ευπρέπεια, την κοινωνική υπόληψη και τη βολική οικογενειακή σιωπή. Ο Vandenberghe, βασισμένος σε νουβέλα του Jean Kolb, χρησιμοποιεί το εύρημα όχι ως μηχανισμό αστυνομικής αγωνίας, αλλά ως ψυχολογικό νυστέρι. Το αληθινό μυστήριο δεν είναι ποιος έγραψε το γράμμα. Είναι γιατί κανείς δεν θέλησε να ακούσει εγκαίρως όσα εκείνο μαρτυρούσε. Ο Πιερ έχει μάθει να οργανώνει την πραγματικότητα σε κατηγορίες: αθώος ή ένοχος, απόδειξη ή υπόθεση, κατάθεση ή ψεύδος. Όμως η ανθρώπινη ψυχή δεν υπακούει σε τέτοια καθαρότητα. Μέσα στο σπίτι του ανακαλύπτει μια περιοχή όπου ο νόμος αδυνατεί να εισχωρήσει. Εκεί κατοικούν η αμέλεια, η συναισθηματική εγκατάλειψη και η σιωπηλή βία της απουσίας. Από υπερασπιστής μετατρέπεται σε ανακρινόμενο και από βέβαιος ερμηνευτής των γεγονότων σε άνθρωπο που αμφιβάλλει ακόμη και για τον εαυτό του. Τα πρόσωπα της οικογενειακής εστίας δεν λειτουργούν ως απλοί συνομιλητές του. Είναι οι παραμερισμένες ζωές που πλήρωσαν το τίμημα της δημόσιας επιτυχίας του. Η πολύχρονη σιωπή τους δεν σημαίνει συγκατάθεση. Σημαίνει φόβο, εξάρτηση και την ανάγκη να διατηρηθεί ακέραιη η εικόνα μιας αξιοσέβαστης οικογένειας. Όταν εμφανίζεται το γράμμα, η υποταγή μεταβάλλεται σε μαρτυρία. Τα παράπονα αποκτούν φωνή και οι αθέατες πληγές ζητούν επιτέλους να αναγνωριστούν. Γραμμένο το 1956, το έργο κουβαλά την αγωνία της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής κοινωνίας. Πίσω από την αποκατεστημένη αστική ευμάρεια επιβιώνουν η αυστηρή οικογενειακή ιεραρχία, το κύρος του άνδρα και ο φόβος του κοινωνικού διασυρμού. Η έπαυλη συμβολίζει αυτήν ακριβώς την επίφαση τάξης. Όλα φαίνονται στη θέση τους, αρκεί κανείς να μην ανοίξει το λάθος συρτάρι και να μη διαβάσει το σωστό γράμμα. Η οικονομία του κλειστού χώρου επιτρέπει στον συγγραφέα να μεταφέρει τη δράση από τα γεγονότα στις συνειδήσεις. Η εξωτερική δίκη έχει τελειώσει, αλλά η ουσιαστική μόλις αρχίζει. Το παρελθόν δεν ανακαλείται ως ανάμνηση. Εισβάλλει στο παρόν ως ηθική απαίτηση. Εδώ βρίσκεται και η σύγχρονη δύναμη του έργου. Σήμερα κρύβουμε τα ανείπωτα όχι μόνο μέσα σε συρτάρια, αλλά σε ηλεκτρονικά μηνύματα, διαγραμμένες συνομιλίες και οικογενειακές σιωπές που κληροδοτούνται από γενιά σε γενιά. Διαθέτουμε περισσότερους τρόπους επικοινωνίας, αλλά όχι πάντοτε περισσότερο θάρρος για την αλήθεια. Για μένα, «Το χαμένο γράμμα» μιλά πρωτίστως για την ενοχή της παράλειψης. Μας θυμίζει πως δεν πληγώνουμε μόνο με όσα πράττουμε, αλλά και με όσα αρνούμαστε να δούμε. Η ανθρώπινη δικαιοσύνη μπορεί να κλείσει έναν φάκελο. Η συνείδηση, όμως, κρατά πάντοτε ένα αντίγραφο. Και κάποια νύχτα, όταν όλες οι υπερασπίσεις έχουν σωπάσει, μας το παραδίδει για να το διαβάσουμε ολόκληρο. Συντελεστές.. Συγγραφέας.. Πολ Βάντενμπεργκ (Paul Vandenberghe) Μετάφραση & Ραδιοφωνική Διασκευή.. Αντώνης Θεοδωριάδης Ραδιοσκηνοθεσία.. Στέλιος Παπαδάκης Έτος Ηχογράφησης.. 1980 Ακούγονται οι ηθοποιοί (με αλφαβητική σειρά).. Γρηγόρης Βαφιάς.. Δήμητρα Δημητριάδου.. Χρήστος Κωνσταντόπουλος.. Μιράντα Μυράτ.. Μαρία Σκούντζου.. Θόδωρος Συριώτης. 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖
© Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρονομιάς Πόσο οξυγόνο χρειάζεται ένα όνειρο για να επιβιώσει μέσα στην καθημερινότητα; Στον Κόσμο του Νερού, ο Άλντο Νικολάι τοποθετεί έναν ευαίσθητο άνθρωπο απέναντι σε μια κοινωνία που βαφτίζει ωριμότητα την παραίτηση και ασφάλεια τον εγκλεισμό. Με πικρό χιούμορ και υποδόρια μελαγχολία, μετατρέπει το ενυδρείο ενός σπιτιού σε ολόκληρη φιλοσοφία ζωής. Το νερό γίνεται ελευθερία, αλλά και η σιωπηλή προειδοποίηση μιας ύπαρξης που ασφυκτιά. Ο Τσελεστίνο Βιόλα δεν είναι ένας επαναστάτης που κραυγάζει. Είναι κάτι πολύ πιο ευάλωτο και, ίσως, πολύ πιο επικίνδυνο για την κοινωνική τάξη: ένας άνθρωπος που δεν μπορεί να πιστέψει στο νόημα όσων οι άλλοι θεωρούν αυτονόητα. Το γραφείο, η σταδιοδρομία, ο σταθερός μισθός, ο γάμος και η τακτοποιημένη ζωή δεν αποτελούν γι’ αυτόν στάδια ενηλικίωσης, αλλά διαδοχικούς θαλάμους εγκλεισμού. Η οικογένειά του τον πολιορκεί χωρίς να συνειδητοποιεί τη βιαιότητα της πίεσής της. Η μητέρα αγαπά τον γιο της, αλλά τον αγαπά μέσα από το στενό μέτρο των κοινωνικών συμβάσεων. Θέλει να τον προστατεύσει από την αβεβαιότητα και, ακριβώς γι’ αυτό, γίνεται άθελά της δεσμοφύλακάς του. Η Ντιάνα και ο Αλμπέρτο εκπροσωπούν εκείνους που έχουν αποδεχτεί πλήρως τους κανόνες της μικροαστικής ευημερίας. Δεν είναι τέρατα ούτε συνειδητοί δυνάστες. Είναι άνθρωποι που έχουν προσαρμοστεί τόσο καλά, ώστε δεν αναγνωρίζουν πια την προσαρμογή ως απώλεια. Η Αμέλεια εμφανίζεται σαν πιθανή σωτηρία. Η τρυφερότητά της γεννά στον Τσελεστίνο την ελπίδα πως μπορεί να αγαπηθεί χωρίς να αλλοιωθεί. Ωστόσο, ο γάμος δεν ανοίγει την πόρτα προς έναν κοινό ορίζοντα. Προσθέτει νέες υποχρεώσεις, απαιτήσεις και συμβιβασμούς. Η Αμέλεια γίνεται έτσι το πιο γλυκό πρόσωπο της παγίδας. Δεν εξαπατά αναγκαστικά τον ήρωα· υπηρετεί και η ίδια όσα διδάχθηκε να θεωρεί φυσιολογικά. Η τραγικότητά της βρίσκεται στο ότι προσφέρει αγάπη με αντάλλαγμα την προσαρμογή. Το ενυδρείο δεσπόζει ως το ευφυέστερο σύμβολο του έργου. Ο Τσελεστίνο παρατηρεί τα ψάρια και φαντάζεται έναν κόσμο καθαρό, ρευστό, απαλλαγμένο από ωράρια, φιλοδοξίες και κοινωνικούς ρόλους. Όμως τα ψάρια δεν κολυμπούν στον ωκεανό. Κινούνται πίσω από γυαλί, σε έναν τεχνητό παράδεισο που κάποιος άλλος έχει οριοθετήσει. Το καταφύγιο του ήρωα περιέχει, λοιπόν, την ίδια του την αντίφαση: λαχταρά την απεραντοσύνη, αλλά τη χωρά μέσα σε μια γυάλινη δεξαμενή. Η σύλληψη του Νικολάι γεννήθηκε από τη θέα των νυχτερινών, φωτισμένων γραφείων της RAI, που του φάνηκαν σαν ενυδρείο γεμάτο εγκλωβισμένους οργανισμούς. Όταν το έργο παρουσιάστηκε στη Βιέννη, το 1963, η μεταπολεμική Ευρώπη οικοδομούσε το όραμα της κατανάλωσης, της επαγγελματικής ανόδου και της οικονομικής ασφάλειας. Πίσω από αυτή την ευημερία, όμως, μεγάλωνε μια νέα μοναξιά: ο άνθρωπος αποκτούσε περισσότερα, ενώ αισθανόταν ότι ανήκε όλο και λιγότερο στον εαυτό του. Ο Νικολάι δεν εξιδανικεύει την άρνηση των ευθυνών ούτε παρουσιάζει κάθε εργασία ως δουλεία. Θέτει ένα βαθύτερο ερώτημα: πότε η προσαρμογή παύει να είναι αναγκαίος συμβιβασμός και γίνεται ακρωτηριασμός της προσωπικότητας; Ο Τσελεστίνο δεν υποφέρει επειδή στερείται ανέσεων. Υποφέρει επειδή η ζωή που του προσφέρεται απαιτεί να εγκαταλείψει εκείνο το μέρος του εαυτού του που ακόμη μπορεί να ονειρεύεται. Σήμερα, το έργο ακούγεται ανησυχητικά σύγχρονο. Η ασφάλεια εξακολουθεί να προβάλλεται ως υπέρτατο αγαθό, ενώ η εξάντληση ονομάζεται επιτυχία και η διαρκής απασχόληση παραγωγικότητα. Πόσοι άνθρωποι ζουν μέσα σε αόρατα ενυδρεία, επαναλαμβάνοντας τις ίδιες κινήσεις, επειδή φοβούνται την ανοιχτή θάλασσα; Στη δική μου ματιά, ο Τσελεστίνο δεν είναι παράλογος. Είναι ένας άνθρωπος που ακούει μέσα του έναν ωκεανό, ενώ όλοι γύρω του απαιτούν να αρκεστεί σε λίγο νερό πίσω από γυαλί. Και αυτή είναι η πικρότερη αλήθεια του έργου: ο άνθρωπος μπορεί να επιβιώνει κανονικά, να εργάζεται, να παντρεύεται, να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του και, παρ’ όλα αυτά, να έχει ήδη πνιγεί. 🌊 Συγγραφέας.. Άλντο Νικολάι Μετάφραση & Ραδιοφωνική Προσαρμογή.. Ελευθερία Ντάνου Σκηνοθεσία.. Μανώλης Μαυρομάτης, Ελευθερία Ντάνου Μουσική Επιμέλεια.. Ρένα Κοβατζή Σκαλτσά Επιμέλεια Ήχων.. Γίτσας Βαλμάς Ρύθμιση Ήχου.. Γρηγόρης Γίγας Ακούγονται οι ηθοποιός (με τη σειρά που εμφανίζονται).. Μαργαρίτα Λαμπρινού (Μητέρα).. Κώστας Καστανάς (Τσελεστίνο).. Μαρία Κωνσταντάρου (Διάνα).. Γιώργος Χριστόπουλος (Αλμπέρτο).. Γιώργος Μπέλος (Τραγκουήλης).. Βέτα Προέδρου (Ματέα).. Κώστας Παπαγεωργίου (Κλητήρας).. Γιώργος Μάζης (Ενρίκο).. Γιώργος Σαλάχας (Λουτσιάνο).. Ρένα Βενιέρη (Αμέλεια). 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖
Τέσσερις άγνωστοι φτάνουν ένα κρύο απόγευμα για μια γάτα που δεν θα εμφανιστεί ποτέ. Στην πραγματικότητα, κανείς τους δεν αναζητά ένα ζώο· αναζητούν μια παρουσία που θα διακόψει, έστω προσωρινά, τη σιωπή της ζωής τους. Στην Αγγελία, ο Γιώργος Σκούρτης μετατρέπει μια καθημερινή συναλλαγή σε τελετουργία εξομολόγησης. Και τότε αποδεικνύεται πως το δυσκολότερο τίμημα δεν είναι εκείνο που πληρώνουμε για να αποκτήσουμε κάτι, αλλά εκείνο που απαιτείται για να φανερώσουμε ποιοι είμαστε. Η Αγγελία, γραμμένη το 1972, γεννιέται μέσα σε μια Ελλάδα πολιτικά ασφυκτική και κοινωνικά μεταβαλλόμενη. Η δικτατορία έχει επιβάλει τη δημόσια σιωπή, ενώ η βίαιη αστικοποίηση έχει ήδη αρχίσει να διαλύει τους παλαιότερους δεσμούς της γειτονιάς και της κοινότητας. Οι άνθρωποι συνωστίζονται στις πόλεις, αλλά δεν συναντιούνται ουσιαστικά. Κατοικούν σε διπλανά διαμερίσματα και παραμένουν ξένοι. Ο Σκούρτης συλλαμβάνει αυτήν ακριβώς την αντίφαση: όσο μικραίνουν οι αποστάσεις ανάμεσα στα σώματα, τόσο μεγαλώνει το χάσμα ανάμεσα στις ψυχές. Η αγγελία για την πώληση μιας γάτας είναι ο δραματουργικός δόλος που συγκεντρώνει τέσσερις αγνώστους στον ίδιο χώρο. Η γάτα απουσιάζει, όμως η απουσία της αποκτά ισχυρότερη σκηνική παρουσία από οποιαδήποτε εμφάνιση. Είναι η υπόσχεση μιας άδολης συντροφιάς, ενός πλάσματος που μπορεί να ακούσει χωρίς να κρίνει, να δεχτεί χωρίς να απαιτήσει κοινωνικά διαπιστευτήρια. Οι ήρωες πιστεύουν ότι ήρθαν να αγοράσουν κάτι. Σύντομα αποκαλύπτεται ότι έχουν έρθει, χωρίς να το γνωρίζουν, για να προσφέρουν προς εξέταση τον ίδιο τον εαυτό τους. Στην αρχή μιλούν μέσα από τους ασφαλείς κώδικες της ευγένειας, της καχυποψίας και της κοινωνικής επίδειξης. Καθένας φέρει μια κατασκευασμένη εικόνα, αναγκαία για να επιβιώσει ανάμεσα στους άλλους. Καθώς όμως η αναμονή παρατείνεται, οι συμβάσεις υποχωρούν. Ο λόγος γίνεται άλλοτε εξομολόγηση και άλλοτε επίθεση, επειδή η αλήθεια δεν απελευθερώνει πάντοτε· συχνά πληγώνει εκείνον που την ακούει και εκθέτει εκείνον που την προφέρει. Ο άνδρας που ενσαρκώνει ο Κώστας Κακκαβάς επιστρατεύει τη γοητεία και την αυτοπεποίθηση σαν πανοπλία. Πίσω τους διακρίνεται ο φόβος της φθοράς και η αγωνία ενός ανθρώπου που χρειάζεται την επιβεβαίωση των άλλων για να αισθανθεί υπαρκτός. Η μορφή της Έρσης Μαλικένζου κουβαλά μια βαθύτερη πίκρα: είναι η γυναίκα που διδάχθηκε να υπομένει, να περιορίζει τις επιθυμίες της και να μετατρέπει την ανάγκη για τρυφερότητα σε αξιοπρεπή σιωπή. Στη φωνή της, η ελπίδα παλεύει με την υποψία ότι ο χρόνος της αγάπης ίσως έχει περάσει. Ο χαρακτήρας του Κωνσταντίνου Σταρίδα μοιάζει περισσότερο προσγειωμένος, λαϊκός και δύσπιστος. Ο κυνισμός του, όμως, δεν αποτελεί δύναμη· είναι η άμυνα του ανθρώπου που έχει διαψευστεί αρκετές φορές ώστε να περιγελά όσα εξακολουθεί κατά βάθος να επιθυμεί. Η ηρωίδα της Αθηνάς Αλεξοπούλου κινείται ανάμεσα στην αφέλεια και στην απόγνωση. Καταφεύγει στη φαντασία και στο ψέμα όχι για να εξαπατήσει, αλλά για να επιβιώσει. Μερικές φορές το ψέμα είναι το τελευταίο δωμάτιο όπου μπορεί να κατοικήσει μια τραυματισμένη ελπίδα. Ο Σκούρτης δεν εξετάζει τους ήρωές του απομονωμένους από την Ιστορία. Η ψυχική τους ερημία έχει κοινωνικές ρίζες. Προέρχεται από έναν κόσμο που αξιολογεί τον άνθρωπο με βάση τη χρησιμότητα, την εμφάνιση, το φύλο και την κοινωνική του θέση. Ακόμη και η επικοινωνία αρχίζει ως εμπορική πράξη: κάποιος δημοσιεύει, κάποιος ενδιαφέρεται, κάποιος αγοράζει. Η ανθρώπινη ανάγκη υπακούει στη γλώσσα της αγοράς. Αυτό κάνει την Αγγελία οδυνηρά σύγχρονη. Σήμερα δεν συναντιόμαστε μέσω μιας στήλης εφημερίδας αλλά μέσα από πλατφόρμες, προφίλ και ηλεκτρονικές ειδοποιήσεις. Διαθέτουμε αμέτρητους τρόπους επικοινωνίας και όλο και λιγότερη βεβαιότητα ότι κάποιος μας ακούει. Προβάλλουμε επιμελημένες εκδοχές του εαυτού μας και περιμένουμε από έναν άγνωστο να αναγνωρίσει όσα εμείς φοβόμαστε να ομολογήσουμε. Η προσωπική μου αίσθηση είναι πως η γάτα δεν χάθηκε ούτε εξαφανίστηκε. Δεν υπήρξε ποτέ ως πραγματικός στόχος. Είναι το αθώο πρόσχημα που χρειάζονται οι άνθρωποι για να πλησιάσουν χωρίς να παραδεχθούν ότι υποφέρουν. Ο Σκούρτης μάς αφήνει μπροστά σε μια σκληρή διαπίστωση: πολλές φορές ζητάμε την αλήθεια, αλλά λαχταρούμε ένα παρήγορο ψέμα. Γιατί η αλήθεια απαιτεί να αναλάβουμε την ευθύνη της ζωής μας, ενώ το ψέμα μάς επιτρέπει να συνεχίσουμε να περιμένουμε. Κι ίσως, τελικά, κάθε αγγελία που δημοσιεύει ο άνθρωπος να κρύβει πίσω από τις λέξεις την ίδια ανομολόγητη έκκληση: Δεν ζητώ αυτό που γράφω. Ζητώ κάποιον να καταλάβει γιατί το έγραψα. Σκηνοθεσία: Γιώργος Σκούρτης Ακούγονται οι ηθοποιοί: Κωνσταντίνος Σταρίδας, Αθηνά Αλεξοπούλου, Κώστας Κακκαβάς, Έρση Μαλικένζου 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖
© Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρονομιάς. Η φτώχεια δεν μπαίνει πάντοτε από την πόρτα ως συμφορά. Κάποτε εισβάλλει ως δήμιος, κρατώντας στα χέρια της ένα χρέος, μια υπογραφή και μια κοινωνικά άψογη πρόταση που κρύβει μέσα της τον εξευτελισμό. Στα Χίλια Φράγκα Αμοιβή, ο Βίκτωρ Ουγκώ μετατρέπει το δράμα μιας απειλούμενης οικογένειας σε αμείλικτη δίκη ενός κόσμου όπου ο έντιμος πεινά και ο αδίστακτος απολαμβάνει υπόληψη. Και στο εδώλιο δεν κάθεται ένας άνθρωπος, αλλά ολόκληρη η αστική ηθική. Το έργο γράφτηκε το 1866, κατά την εξορία του Ουγκώ στο Γκέρνσεϊ, και δεν παρουσιάστηκε όσο εκείνος ζούσε. Η αναμονή αυτή δεν ήταν τυχαία. Ο συγγραφέας γνώριζε ότι το δράμα του δεν χάιδευε την εποχή του, αλλά την κατηγορούσε. Πίσω από τη μελοδραματική του επιφάνεια λειτουργεί ένας επικίνδυνα καθαρός πολιτικός συλλογισμός: όταν ο νόμος υπηρετεί την ιδιοκτησία και όχι τον άνθρωπο, η νομιμότητα μπορεί να γίνει η πιο καλοχτενισμένη μορφή βίας. Η νεαρή Σιπριέν και η μητέρα της, Ετιενέτ, βρίσκονται ένα βήμα πριν από την ολοκληρωτική καταστροφή. Ένα δυσβάσταχτο και αμφίβολο χρέος απειλεί να τις πετάξει στον δρόμο. Τότε εμφανίζεται ο Ρουσλέν, όχι σαν ωμός κακοποιός, αλλά σαν ευυπόληπτος σωτήρας. Προσφέρει τη λύση, απαιτώντας ως αντάλλαγμα τη Σιπριέν. Η οικονομική συναλλαγή μετατρέπεται έτσι σε απόπειρα κατοχής ενός ανθρώπινου σώματος. Ο Ρουσλέν δεν επιθυμεί πραγματικά την κοπέλα. Επιθυμεί την υποταγή της. Θέλει να αποδείξει ότι κάθε αντίσταση έχει μια τιμή και πως, όταν η ανάγκη σφίξει αρκετά τον λαιμό, ακόμη και η αξιοπρέπεια μπορεί να εκποιηθεί. Η Σιπριέν, ωστόσο, δεν είναι απλώς η αθώα κόρη που περιμένει έναν προστάτη. Η άρνησή της να δεχτεί την ταπεινωτική συμφωνία αποτελεί ηθική πράξη. Είναι φτωχή, αλλά όχι διαθέσιμη· ευάλωτη, αλλά όχι συντετριμμένη. Απέναντί της, η Ετιενέτ βιώνει τον βαθύτερο φόβο μιας μητέρας: να βλέπει το παιδί της παγιδευμένο ανάμεσα στην πείνα και στην ατίμωση. Το δίλημμά της δεν είναι αδυναμία χαρακτήρα. Είναι η ψυχική ασφυξία ενός ανθρώπου που καταλαβαίνει ότι όλες οι προσφερόμενες έξοδοι οδηγούν σε κάποια μορφή απώλειας. Μέσα σε αυτό το σκοτάδι καταφεύγει στο σπίτι ο Γκλαπιέ, ένας άνθρωπος καταζητούμενος από τις αρχές και καταδικασμένος από την κοινωνική του θέση προτού ακόμη δικαστεί. Είναι κλέφτης από ανάγκη, αλλά όχι άτιμος. Κουβαλά τη λαϊκή σπιρτάδα του Γαβριά και την ηθική μεγαλοσύνη του Γιάννη Αγιάννη. Παράνομος στα χαρτιά, αποδεικνύεται ο μόνος που υπακούει σε έναν ανώτερο νόμο: στον νόμο της ανθρώπινης συνείδησης. Ο Γκλαπιέ δεν σώζει απλώς δύο γυναίκες. Ανατρέπει τους ρόλους που έχει μοιράσει η κοινωνία. Ο επικηρυγμένος γίνεται δικαστής, ο κλέφτης αποκαθιστά τη δικαιοσύνη και ο ευυπόληπτος αστός αποκαλύπτεται ως ο πραγματικός ληστής. Τα χίλια φράγκα της αμοιβής αποκτούν, επομένως, βαθιά ειρωνική σημασία. Το κράτος τιμολογεί τη σύλληψη του Γκλαπιέ, ενώ αφήνει ανεκτίμητη και ατιμώρητη την αρπακτικότητα του Ρουσλέν. Ο Ουγκώ χειρίζεται το γκροτέσκο και το υψηλό με τη γνώριμη δραματουργική του τόλμη. Το χιούμορ του Γκλαπιέ δεν αποδυναμώνει την τραγωδία· τη διαπερνά σαν πράξη αντίστασης. Το γέλιο γίνεται όπλο του αδύναμου απέναντι στη σοβαροφάνεια της εξουσίας. Η δικαιοσύνη δεν καταφθάνει από τα δικαστήρια, αλλά από έναν άνθρωπο που έχει γνωρίσει την απόρριψη και γι’ αυτό αναγνωρίζει αμέσως την αδικία όταν τη συναντά. Η ραδιοφωνική απόδοση της ΕΡΑ το 1965 προσθέτει στο έργο μια ιδιαίτερη ιστορική αξία. Χωρίς τη βοήθεια της εικόνας, οι φωνές, οι παύσεις και οι μεταπτώσεις των ηθοποιών καλούνται να οικοδομήσουν ολόκληρο τον κόσμο του Ουγκώ. Ο Γκλαπιέ απαιτεί ερμηνευτική ευρύτητα: σαρκασμό και τρυφερότητα, ταχύτητα και εσωτερικό πόνο, λαϊκή αμεσότητα και ηρωική πνοή. Γι’ αυτό η συγκεκριμένη ηχογράφηση δεν είναι μόνο μια θεατρική παρουσίαση, αλλά κειμήλιο μιας εποχής κατά την οποία το ραδιόφωνο μπορούσε να μετατρέψει το λαϊκό σπίτι σε σκηνή. Στη σημερινή πραγματικότητα, το έργο ακούγεται ανησυχητικά οικείο. Τα χρέη εξακολουθούν να αφαιρούν στέγη, ελευθερία και αξιοπρέπεια. Η ανάγκη εξακολουθεί να γεννά εκβιασμούς, ενώ η οικονομική δύναμη συχνά μεταμφιέζεται σε φιλανθρωπία. Η προσωπική μου ματιά στέκεται κυρίως σε αυτή τη φοβερή αντιστροφή: ο άνθρωπος που η κοινωνία ονομάζει εγκληματία είναι εκείνος που διασώζει το ανθρώπινο μέτρο. Ο Ουγκώ δεν μας ζητά να εξιδανικεύσουμε την παρανομία. Μας καλεί να εξετάσουμε ποια κοινωνία την παράγει και ποιοι αποφασίζουν ποιος είναι ένοχος. Γιατί η αληθινή τιμή δεν πιστοποιείται από περιουσίες, αξιώματα και καθαρά μητρώα. Δοκιμάζεται τη στιγμή που ένας άνθρωπος, ενώ μπορεί να σωθεί μόνος του, επιλέγει να διακινδυνεύσει τα πάντα για να μη χαθεί ένας άλλος. Συγγραφέας Βίκτωρ Ουγκώ Ακούγονται οι ηθοποιοί (με αλφαβητική σειρά)Q Γιάννης Αποστολίδης, Βέρα Ζαβιτσιάνου, Νίκος Καζής, Νώντας Καστανάς, Νάσος Κεδράκας, Βασίλης Μαυρομάτης, Αθηνά Μιχαηλίδου, Μιχάλης Μπαλής, Σταύρος Ξενίδης, Σπύρος Ολύμπιος, Μάκης Ρευματάς, Λουκιανός Ροζάν, Ανδρέας Φιλιππίδης, Φραγκούλης Φραγκούλης, Πέτρος Φώσκολος, Χριστόφορος Χειμάρας. 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖 ⠀
Ένα ρολόι δεν μετρά μονάχα τις ώρες. Καταγράφει αναβολές, συμβιβασμούς και σιωπές, ώσπου οι δείκτες του να φτάσουν στην ώρα της αναμέτρησης. Στο έργο της Γαλάτειας Σαράντη η οικογενειακή γαλήνη δεν καταρρέει από μια ξαφνική συμφορά, αλλά από την επιστροφή ενός ανθρώπου που γνωρίζει πόσο εύκολα η ανάγκη μετατρέπεται σε υποταγή. Γραμμένοι το 1966 και μεταφερμένοι στο ραδιόφωνο την επόμενη χρονιά, Οι δείκτες του ρολογιού ανήκουν σε μια εποχή κατά την οποία η ελληνική κοινωνία αγωνιζόταν να διατηρήσει την εικόνα της ηθικής της συνοχής, ενώ στο εσωτερικό της ήδη μετακινούνταν αξίες, επιθυμίες και ταξικές προσδοκίες. Η Γαλάτεια Σαράντη, πρώτη γυναίκα που έγινε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, δεν αντιμετωπίζει την οικογένεια ως ασφαλές καταφύγιο. Την εξετάζει σαν έναν ζωντανό οργανισμό που μπορεί να νοσήσει από όσα αρνείται να ομολογήσει. Ο Ιάκωβος και η Άννα ζουν με τα τρία παιδιά τους μια συνηθισμένη ζωή, δίχως πολυτέλειες αλλά και δίχως φανερές εκρήξεις. Η ισορροπία τους στηρίζεται περισσότερο στη συνήθεια παρά στη βαθιά επικοινωνία. Η αιφνίδια άφιξη της ανάπηρης μητέρας της Άννας, η οποία κάποτε εγκατέλειψε σύζυγο και παιδί για να ζήσει ελεύθερα, εισάγει στο σπίτι δύο ισχυρές δυνάμεις: το παρελθόν και το χρήμα. Από εκείνη τη στιγμή τίποτε δεν μπορεί να παραμείνει αθώο. Η ηλικιωμένη γυναίκα είναι ένας από τους δραματουργικά ισχυρότερους τύπους του έργου. Η σωματική της αδυναμία αντιστρέφεται σε ψυχική κυριαρχία. Δεν παρακαλεί να γίνει αποδεκτή· επιβάλλεται. Έχει περιφρονήσει τις κοινωνικές συμβάσεις, όμως η ελευθερία της δεν συνοδεύεται από τρυφερότητα ή μεταμέλεια. Γνωρίζει ότι το χρήμα μπορεί να εισχωρήσει εκεί όπου δεν φτάνει η αγάπη και το χρησιμοποιεί σαν όργανο εξουσίας. Δεν δημιουργεί, ωστόσο, από το μηδέν την ηθική φθορά των άλλων. Απλώς της προσφέρει τις κατάλληλες συνθήκες για να εκδηλωθεί. Η Άννα βρίσκεται απέναντι στη γυναίκα που την εγκατέλειψε, αλλά και μπροστά στο παιδί που υπήρξε κάποτε. Η οργή της συνυπάρχει με μια οδυνηρή ανάγκη να αναγνωριστεί επιτέλους από τη μητέρα της. Το τραύμα της εγκατάλειψης δεν έχει περάσει· έχει αλλάξει μορφή και έχει ενσωματωθεί στον ρόλο της συζύγου και της μητέρας. Η επιστροφή εκείνης που την πλήγωσε απειλεί την ταυτότητα που με κόπο οικοδόμησε. Ο Ιάκωβος, πάλι, δεν παρουσιάζεται ως ένας εκ γενετής ιδιοτελής άνθρωπος. Η αξιοπρέπειά του διαβρώνεται σταδιακά, μέσα από μικρές παραχωρήσεις που αρχικά μοιάζουν λογικές. Αυτή ακριβώς είναι η οξύτητα της Σαράντη: το χρήμα δεν εισβάλλει πάντοτε με τη μορφή του ωμού εκβιασμού. Έρχεται ως ευκαιρία, ως ασφάλεια για τα παιδιά, ως υπόσχεση μιας ευκολότερης ζωής. Ώσπου ο άνθρωπος παύει να γνωρίζει αν αποφασίζει ελεύθερα ή αν απλώς υπακούει στην τιμή που του όρισαν. Τα παιδιά αντιπροσωπεύουν μια γενιά που διεκδικεί περισσότερη ελευθερία, αλλά παραμένει αιχμάλωτη της οικογενειακής και κοινωνικής επιτήρησης. Η συγκεκαλυμμένη ομοφυλοφιλική επιθυμία, τολμηρό δραματουργικό στοιχείο για τη δεκαετία του 1960, δεν χρησιμοποιείται ως εύκολος εντυπωσιασμός. Φανερώνει το τίμημα που πληρώνει κάθε ταυτότητα όταν εξαναγκάζεται να επιβιώνει μέσα στη σιωπή. Η κοινωνία απαιτεί το προσωπείο της κανονικότητας, χωρίς να ενδιαφέρεται για την αγωνία που ασφυκτιά από κάτω. Ο τίτλος αποκτά έτσι μια βαθύτερη λειτουργία. Οι δείκτες κινούνται σταθερά, αλλά οι άνθρωποι επιμένουν να αναβάλλουν την αλήθεια. Το ρολόι υποδηλώνει πως κάθε απόκρυψη έχει τη διάρκειά της και κάθε ηθικός συμβιβασμός τη στιγμή της αποκάλυψής του. Η οικογένεια δεν διαλύεται επειδή έφτασε μια ανεπιθύμητη επισκέπτρια. Διαλύεται επειδή η παρουσία της αφαίρεσε το προστατευτικό περίβλημα από επιθυμίες που υπήρχαν ήδη. Σήμερα, σε μια εποχή όπου η οικονομική ανασφάλεια μπορεί να μετατρέψει ακόμη και την αγάπη σε συναλλαγή, το έργο διατηρεί ακέραιη την οξύτητά του. Πόσες αποφάσεις παρουσιάζονται ως οικογενειακή φροντίδα ενώ κρύβουν φιλοδοξία; Πόσες σχέσεις αντέχουν επειδή είναι αληθινές και πόσες επειδή κανείς δεν τολμά να διαταράξει τη βολική τους τάξη; Η δική μου ματιά στέκεται κυρίως στην τραγική ειρωνεία της επιστροφής: μια μητέρα που αρνήθηκε κάποτε τα δεσμά της οικογένειας επιστρέφει για να δέσει τους άλλους με τα δικά της, χρησιμοποιώντας όχι την αγάπη αλλά την οικονομική εξάρτηση. Η Σαράντη δεν αθωώνει ούτε καταδικάζει επιπόλαια. Μας υποχρεώνει να δούμε πως ο άνθρωπος αποκαλύπτεται όχι όταν διακηρύσσει τις αρχές του, αλλά όταν του προσφέρεται το αντάλλαγμα για να τις προδώσει. Και όταν οι δείκτες φτάσουν στην αποφασιστική ώρα, δεν μένει πια περιθώριο για δικαιολογίες. Μένει μόνο ο ήχος του ρολογιού και η σκληρή γνώση ότι η συνείδηση δεν χάνεται απότομα. Παραδίδεται λίγο λίγο, λεπτό προς λεπτό. Ηχογράφηση: 1967 Σκηνοθεσία: Μιχάλης Μπούχλης Παίζουν οι ηθοποιοί: Όλγα Τουρνάκη, Ξένια Καλογεροπούλου, Μαρία Φωκά, Νικηφόρος Νανέρης, Παύλος Λιάρος, Άννα Ραυτοπούλου , Γιώργος Νέζος, Βαγγέλης Τραϊφόρος, Θεόδωρος Ντόβας, Ειρήνη Κουμαριανού, Μαίρη Ευαγγέλου, Καίτη Τριανταφύλλου 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖
Δύο εγκλήματα, δύο κλειστοί κόσμοι, δύο κοινωνίες που εκπαιδεύτηκαν να κρύβουν όσα δεν αντέχουν να ομολογήσουν. Στα σκωτσέζικα Highlands η σιωπή απλώνεται σαν ομίχλη επάνω από έναν νεκρό· στο Μανχάταν, η οικογενειακή αγάπη μετατρέπεται σε ασφυκτικό δωμάτιο. Ο Ρόντερικ Γουίλκινσον και ο Χιου Πέντεκοστ δεν ερευνούν μόνο ποιος διέπραξε το έγκλημα. Αναζητούν την ηθική στιγμή κατά την οποία οι άνθρωποι έπαψαν να αντιστέκονται στο κακό. Στο «Όλοι πεθαίνουν μια μέρα» του Ρόντερικ Γουίλκινσον, η είσοδος του Άντριου Γκάρσαϊντ στην απομονωμένη περιοχή του Φάντενφουτ θυμίζει κάθοδο σε έναν τόπο όπου η πραγματικότητα υπακούει σε άγραφους νόμους. Ο δημοσιογράφος των «Καθημερινών Χρονικών της Γλασκόβης» πηγαίνει στα Highlands αναζητώντας ανάπαυση από την εγκληματική σκληρότητα της πόλης. Πριν ακόμη φτάσει στο ξενοδοχείο, όμως, βλέπει αστυνομικούς να μεταφέρουν έναν νεκρό άντρα. Αργότερα, όταν ρωτά τους κατοίκους, συναντά μια ομοιόμορφη και αφύσικη άγνοια: κανείς δεν είδε, κανείς δεν γνωρίζει, σχεδόν κανένα γεγονός δεν συνέβη. Ο Γουίλκινσον μετατρέπει αυτή την άρνηση σε ισχυρότερο δραματικό εύρημα από την ίδια τη δολοφονία. Το πτώμα του Τζιμ Κόλινσον υπάρχει, αλλά η κοινωνία επιχειρεί να το εξαφανίσει από τη συλλογική της συνείδηση. Η σιωπή των κατοίκων δεν αποτελεί ουδετερότητα· είναι πράξη. Η συγκάλυψη γίνεται ένας σιωπηλός όρκος αμοιβαίας προστασίας, μέσα στον οποίο ο φόβος, το συμφέρον και η συνενοχή δεν ξεχωρίζουν εύκολα μεταξύ τους. Ο Γκάρσαϊντ δεν έχει την ψυχρή αυτάρκεια του αλάνθαστου ντετέκτιβ. Είναι κουρασμένος, όμως διατηρεί το ένστικτο του δημοσιογράφου που γνωρίζει ότι μια κοινωνία αποκαλύπτεται περισσότερο από όσα αποκρύπτει παρά από όσα διακηρύσσει. Η περιέργειά του μετατρέπεται σε ηθική επιμονή, καθώς οι προσπάθειες των κατοίκων να αμφισβητήσουν την αντίληψή του αγγίζουν τα όρια μιας οργανωμένης ψυχολογικής κακοποίησης. Θέλουν να τον κάνουν να δυσπιστήσει απέναντι στα ίδια του τα μάτια. Απέναντι σε αυτό το συμπαγές μέτωπο στέκεται ο συνταγματάρχης Μπράντσο. Επιβλητικός και ορθολογιστής, επιβεβαιώνει ότι ο νεκρός ήταν ο Κόλινσον και υποστηρίζει πως δολοφονήθηκε. Δεν λειτουργεί μόνο ως σύμμαχος του δημοσιογράφου, αλλά ως ρήγμα στη συμφωνία της σιωπής: ένας άνθρωπος που αρνείται να θυσιάσει την αλήθεια στον βωμό της τοπικής ευταξίας. Το Φάντενφουτ γίνεται έτσι ένας ζωντανός δραματουργικός οργανισμός. Η ομίχλη, η απομόνωση και η δυσπιστία απέναντι στον ξένο συνθέτουν ένα περιβάλλον όπου το έγκλημα δεν ανήκει αποκλειστικά στον δολοφόνο. Βαραίνει και εκείνους που το προστατεύουν. Η ιστορική γοητεία της βρετανικής αστυνομικής παράδοσης συναντά εδώ μια βαθύτερη κοινωνική αγωνία: πόσο εύκολα μια κοινότητα μετατρέπει την αλληλεγγύη σε συνενοχή, όταν η αποκάλυψη απειλεί τα συμφέροντα και την επίπλαστη γαλήνη της; Στο «Έγκλημα στο Μανχάταν» του Χιου Πέντεκοστ, η απειλή δεν κρύβεται σε μια απομονωμένη περιοχή αλλά μέσα στην οικογενειακή εστία. Ο Μάικ Μάλθερν έχει δύο κόρες, την Έρρικα και την Τζόαν, αλλά δεν τις αγαπά ισότιμα. Στην Έρικα αναγνωρίζει το πρόσωπο της νεκρής συζύγου του και προσκολλάται επάνω της με μια αγάπη σχεδόν λατρευτική. Την Τζόαν, αντίθετα, την κρατά σε απόσταση, επειδή η μητέρα της πέθανε γεννώντας την. Το παιδί καταδικάζεται, επομένως, να πληρώνει για έναν θάνατο που δεν προκάλεσε. Όταν η Έρρικα απουσιάζει από την καθιερωμένη οικογενειακή συγκέντρωση, η ανησυχία του πατέρα αποκαλύπτει αμέσως την ανισορροπία του σπιτιού. Η εμφάνιση ενός απρόσμενου επισκέπτη ή ενός εκβιαστικού μηνύματος μετατρέπει την απουσία σε απειλή. Η ενδεχόμενη απαγωγή, ωστόσο, αποτελεί μόνο την εξωτερική όψη του μυστηρίου. Το ουσιαστικό έγκλημα είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα: τη στιγμή κατά την οποία ένας πατέρας μοίρασε στις κόρες του τους ρόλους της αγαπημένης και της ένοχης. Ο Μάικ δεν πενθεί πραγματικά τη σύζυγό του· χρησιμοποιεί την Έρρικα για να αρνηθεί τον θάνατό της. Η κόρη παύει να αναγνωρίζεται ως αυτόνομη προσωπικότητα και γίνεται ζωντανό μνημείο μιας χαμένης γυναίκας. Αλλά και η φαινομενικά προνομιούχα θέση της είναι μια φυλακή: πρέπει διαρκώς να ανταποκρίνεται σε μια εξιδανικευμένη εικόνα που δεν της ανήκει. Η Τζόαν αποτελεί την πιο οδυνηρή παρουσία. Μεγαλώνει κάτω από μια ετυμηγορία που δεν ειπώθηκε ποτέ καθαρά, αλλά επαναλαμβάνεται καθημερινά με την ψυχρότητα και την απόσταση. Η παραμέλησή της μπορεί να γεννήσει πίκρα, οργή και ανάγκη εκδίκησης. Αυτό, όμως, δεν την καθιστά αυτομάτως ένοχη· φανερώνει πόσο εύκολα ένα πληγωμένο παιδί γίνεται ύποπτο για τα τραύματα που του προκάλεσαν οι άλλοι. Ο Γουίλκινσον εξετάζει τη συλλογική συγκάλυψη, ενώ ο Πέντεκοστ τη συναισθηματική ευνοιοκρατία. Και στα δύο έργα, η βία ωριμάζει μέσα σε ένα σύστημα σιωπής. Σήμερα, που ολόκληρες κοινωνίες αρνούνται όσα διαταράσσουν την ασφάλειά τους και οικογένειες βαφτίζουν τον έλεγχο αγάπη, τα δύο έργα παραμένουν ανησυχητικά επίκαιρα. Γιατί ο άνθρωπος δεν γίνεται συνένοχος μόνο όταν συμμετέχει στο έγκλημα. Γίνεται και όταν βλέπει την αδικία, καταλαβαίνει τη βλάβη και επιλέγει τη βολική σιωπή. Όλοι πεθαίνουν μια μέρα του Ρόντερικ Γουίλκινσον- Everything Goes Dead - R. Wilkinson Μετάφραση: Φοίβος Σταυρίδης Σκηνοθεσία: Μίκης Νικήτας Ακούγονται οι ηθοποιοί: Πίτσα Αντωνιάδου, Γιάννης Παπαϊωάννου, Ανδρέας Μουσουλιώτης, Χρήστος Παπαδόπουλος, Ανδρέας Νικολής, Κώστας Δημητρίου, Θεόδουλος Μωρέας, Ανδρέας Μούστρας Έγκλημα στο Μανχάταν Χιού Πέντεκοστ Ηχογράφηση 1981 Μετάφραση - ραδιοφωνική προσαρμογή: Πόπη Κόντου Ραδιοσκηνοθεσία: Σπύρος Μηλιώνης Ακούγονται οι ηθοποιοί: Χρήστος Τσάγκας, Νόρα Κατσέλη, Τώνης Γιακωβάκης, Νίκος Γαλανός, Αγγέλα Καζακίδου, Νίκη Κρεούζη, Νίκος Δενδρινός, Πάνος Κομνηνός, Λευτέρης Ελευθεριάδης 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖
Τρεις μουσικοί βρίσκονται αντιμέτωποι με μια εξουσία που δεν φοβάται μονάχα τις λέξεις, αλλά και καθετί που μπορεί να ξυπνήσει τη συνείδηση. Κρατούν ένα μήνυμα που πρέπει να φτάσει στους ανθρώπους, όμως διαφωνούν για τον τρόπο της μετάδοσής του. Και ενώ ο κίνδυνος πλησιάζει, η κοινή τους αλήθεια κατακερματίζεται σε τρεις αντιμαχόμενες βεβαιότητες. Γραμμένοι και πρωτοπαρουσιασμένοι το 1972 από το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν, Οι Μουσικοί γεννήθηκαν μέσα στη βαριά σιωπή της δικτατορίας. Ο Γιώργος Σκούρτης δεν κατονομάζει τον ιστορικό χρόνο. Τον αφήνει αόριστο, ώστε να γίνεται διαρκής. Ωστόσο, το ελληνικό κοινό της εποχής μπορούσε να αναγνωρίσει πίσω από το σκοτεινό περιβάλλον τη λογοκρισία, τον φόβο, την κρατική βία και την απειλή που συνόδευε κάθε ελεύθερη φωνή. Οι τρεις περιθωριακοί λαϊκοί μουσικοί δεν βρίσκονται στη σκηνή για να ψυχαγωγήσουν. Η μουσική τους αποτελεί γλώσσα, μνήμη και πράξη αντίστασης. Το μήνυμα που μεταφέρουν δεν αποκτά συγκεκριμένο περιεχόμενο, επειδή ο Σκούρτης ενδιαφέρεται περισσότερο για την αγωνία της μετάδοσής του. Μπορεί να είναι η ελευθερία, η αλήθεια, η εξέγερση ή η ανάγκη ενός λαού να ξαναβρεί τη φωνή του. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι τι θα πουν, αλλά αν θα κατορθώσουν να το πουν εγκαίρως. Ο πρώτος μουσικός εμπιστεύεται την οργάνωση, την πειθαρχία και τη σταθερή ιδεολογική γραμμή. Αναζητεί τη βεβαιότητα ενός σχεδίου, επειδή το σχέδιο τον προστατεύει από το χάος. Πίσω από την αυστηρότητά του, όμως, διακρίνεται ένας βαθύτερος φόβος: μήπως η αυθόρμητη πράξη ξεφύγει από τον έλεγχο και οδηγήσει στην καταστροφή. Η δύναμή του είναι η συνέπεια. Η αδυναμία του είναι ότι η συνέπεια μπορεί να απολιθωθεί σε δόγμα. Ο δεύτερος ζητά άμεση ρήξη. Τον κινεί η οργή, η ανυπομονησία και η πεποίθηση ότι κάθε καθυστέρηση υπηρετεί τον καταπιεστή. Η ψυχολογία του είναι εκείνη του ανθρώπου που έχει πονέσει τόσο, ώστε δεν αντέχει πλέον τη φρόνηση των άλλων. Η ορμή του περιέχει ηρωισμό, αλλά και έναν επικίνδυνο ναρκισσισμό της θυσίας: την ανάγκη να δράσει, ακόμη κι όταν η πράξη του μπορεί να ακυρώσει τον σκοπό της. Ο τρίτος αναζητεί την ασφαλέστερη οδό. Δεν στερείται συνείδησης, αλλά γνωρίζει τη δύναμη του αντιπάλου και φοβάται το τίμημα. Προτείνει υπαινιγμούς, παρακάμψεις και συμβιβασμούς. Εκφράζει τον καθημερινό άνθρωπο που θέλει να αντισταθεί χωρίς να συντριβεί. Όμως η αυτοπροστασία του κινδυνεύει να γίνει αναβολή και η αναβολή μια εκλεπτυσμένη μορφή παραίτησης. Καθένας τους κατέχει ένα μέρος της αλήθειας και καθένας φυλακίζεται μέσα σε αυτό. Εδώ βρίσκεται η τραγική δύναμη του έργου. Οι μουσικοί έχουν κοινό σκοπό, αλλά δεν διαθέτουν κοινή γλώσσα. Αντί να συνθέσουν τις διαφορές τους, μετατρέπουν τη μέθοδο σε υπέρτατη αξία. Το μέσο καταβροχθίζει τον σκοπό και η εξουσία δεν χρειάζεται πλέον να τους νικήσει ολοκληρωτικά. Αρκεί να τους αφήσει να εξαντληθούν πολεμώντας μεταξύ τους. Ο Σκούρτης αρνείται να μοιράσει πιστοποιητικά πολιτικής ορθότητας. Δεν δικαιώνει τον οργανωμένο, τον εξεγερμένο ή τον συμβιβαστικό. Αποκαλύπτει ταυτόχρονα τη χρησιμότητα και την παθολογία κάθε στάσης. Η αποστασιοποίησή του δεν αποτελεί ουδετερότητα. Είναι αυστηρότερη μορφή κριτικής, επειδή υποχρεώνει τον θεατή να εγκαταλείψει τις εύκολες ταυτίσεις και να εξετάσει τη δική του θέση απέναντι στην ευθύνη. Το έργο παραμένει οδυνηρά σύγχρονο. Σήμερα τα μηνύματα μεταδίδονται ακαριαία, αλλά η ταχύτητα δεν εξασφαλίζει ούτε την αλήθεια ούτε την επικοινωνία. Πολιτικές και κοινωνικές ομάδες, ακόμη και άνθρωποι που υπερασπίζονται τον ίδιο σκοπό, συχνά αλληλοεξοντώνονται για τη μέθοδο, τη διατύπωση ή την ιδεολογική καθαρότητα. Η εξουσία ευνοείται κάθε φορά που η διαφωνία παύει να γεννά σύνθεση και γίνεται εμφύλια τύφλωση. Στη δική μου ματιά, Οι Μουσικοί μιλούν για μια βαθύτερη ανθρώπινη αποτυχία: ακούμε τη δική μας φωνή τόσο δυνατά, ώστε παύουμε να αντιλαμβανόμαστε τη μελωδία που θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε μαζί. Ο φόβος γεννά ακαμψία, η οργή απερισκεψία και η ανάγκη επιβίωσης σιωπή. Καμία μέθοδος δεν αρκεί όταν απουσιάζει η ουσιαστική συνάντηση των ανθρώπων. Το μήνυμα, τελικά, δεν φιμώνεται μόνο από τους απαγορευτές του. Μπορεί να χαθεί και στα χέρια εκείνων που ορκίζονται ότι το υπηρετούν. Γιατί η πιο πικρή ήττα δεν έρχεται όταν μας αφαιρούν τη φωνή, αλλά όταν, ενώ έχουμε ακόμη φωνή, δεν κατορθώνουμε να τραγουδήσουμε μαζί. Ηχογράφηση: 1977 Μουσική επένδυση: Γιάννης Μαρκόπουλος Σκηνοθεσία: Γιώργος Σκούρτης Ακούγονται οι ηθοποιοί: Κώστας Μεσσάρης - Φλογέρας, Βασίλης Μπουγιουκλάκης - Μπάντσο, Αγγελική Ελευθερίου – Κουτάλια 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖
Στην Κερένια Κούκλα ο έρωτας δεν εισβάλλει θορυβωδώς. Γλιστρά μέσα στο δωμάτιο μιας άρρωστης γυναίκας, ανακατεύεται με τη μυρωδιά των φαρμάκων και περιμένει τη στιγμή που η ανθρώπινη άμυνα θα λυγίσει. Ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος πλάθει ένα δράμα όπου η επιθυμία, η ενοχή και ο θάνατος δεν διαδέχονται απλώς το ένα το άλλο, αλλά συνυπάρχουν σαν τρεις αθέατες δυνάμεις που διεκδικούν την ίδια ψυχή. Βρισκόμαστε στην Αθήνα του 19ου αιώνα, γύρω από τον λόφο του Φιλοπάππου, σε μια πόλη που διατηρεί ακόμη τη μορφή μιας κλειστής κοινωνίας. Τα σπίτια είναι μικρά, οι ανθρώπινες ζωές εκτεθειμένες στα βλέμματα και η αρρώστια δεν αποτελεί μόνο σωματική δοκιμασία. Μεταβάλλεται σε κοινωνικό στίγμα, σε οικογενειακό βάρος, κάποτε ακόμη και σε σιωπηλή καταδίκη. Στο κέντρο του έργου βρίσκεται η Βεργινία, μια νέα γυναίκα εύθραυστη, αναιμική, πλασμένη σχεδόν από κερί. Δεν είναι, όμως, άψυχη κούκλα. Κάτω από την εξασθενημένη της παρουσία λειτουργεί μια οδυνηρή διαύγεια. Παρατηρεί τον άνδρα της, τον Νίκο, και τη Λιόλια, τη νεαρή γυναίκα που έχει έρθει για να τη φροντίζει. Αντιλαμβάνεται όσα γεννιούνται ανάμεσά τους, προτού ίσως τολμήσουν να τα παραδεχθούν και οι ίδιοι. Η σιωπή της Βεργινίας δεν είναι άγνοια. Είναι ένας τραγικός τρόπος γνώσης. Το σώμα της υποχωρεί, αλλά η συνείδησή της παραμένει άγρυπνη. Νιώθει ότι η ζωή εξακολουθεί να κινείται δίπλα της και ότι ο έρωτας, αδιάφορος απέναντι στην ηθική τάξη, αναζητεί ένα υγιέστερο σώμα για να κατοικήσει. Η Βεργινία δεν χάνει μόνο τον κόσμο. Αναγκάζεται να παρακολουθήσει τον κόσμο να την εγκαταλείπει. Ο Νίκος δεν παρουσιάζεται ως μονοδιάστατος προδότης. Είναι ένας άνδρας παγιδευμένος ανάμεσα στο καθήκον και στην ορμή της ζωής. Η αρρώστια της γυναίκας του τον φέρνει καθημερινά αντιμέτωπο με τη φθορά, ενώ η Λιόλια τού προσφέρει την υπόσχεση της συνέχειας. Η επιθυμία του δεν παύει να γεννά ενοχή, αλλά και η ενοχή δεν αρκεί για να νικήσει την επιθυμία. Εδώ βρίσκεται μία από τις σκληρότερες αλήθειες του έργου: ο άνθρωπος μπορεί να αγαπά και συγχρόνως να πληγώνει εκείνον που αγαπά. Η Λιόλια, από την άλλη πλευρά, δεν είναι απλώς η νέα γυναίκα που παίρνει τη θέση της άρρωστης. Μπαίνει στο σπίτι ως βοηθός και νοσοκόμα, ως παρουσία φροντίδας. Σταδιακά, όμως, η φροντίδα μετατρέπεται σε οικειότητα και η οικειότητα σε απαγορευμένο δεσμό. Μέσα της συγκρούονται η συμπόνια για τη Βεργινία και η έλξη για τον Νίκο. Δεν σχεδιάζει ψυχρά την κατάκτηση μιας ξένης ζωής. Παρασύρεται από ένα πάθος που μοιάζει να της προσφέρει μέλλον, ενώ στην πραγματικότητα τη δεσμεύει με το παρελθόν. Μετά τον θάνατο της Βεργινίας, ο γάμος του Νίκου και της Λιόλιας θα μπορούσε να θεωρηθεί η επικράτηση της ζωής. Η γέννηση του παιδιού τους φαίνεται να επικυρώνει αυτή τη νέα αρχή. Το παιδί, όμως, μοιάζει εκπληκτικά με τη νεκρή Βεργινία. Η απουσία αποκτά σώμα και η ενοχή επιστρέφει με ανθρώπινη μορφή. Όταν το παιδί πεθαίνει, η ευτυχία τους συντρίβεται. Όχι ως εύκολη θεϊκή τιμωρία, αλλά σαν υπενθύμιση ότι κανένα καινούργιο σπίτι δεν μπορεί να οικοδομηθεί, όταν οι νεκροί του παραμένουν άταφοι μέσα στη συνείδηση. Ο Παντελής Χορν, μεταφέροντας το έργο στη σκηνή το 1915, κλήθηκε να διαφυλάξει τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στον ρεαλισμό και στη λυρική ατμόσφαιρα του Χρηστομάνου. Το δράμα δεν αντέχει τις κραυγαλέες υπερβολές. Χρειάζεται παύσεις, βλέμματα και εκείνη την αδιόρατη αίσθηση πως κάτι τελειώνει, την ώρα ακριβώς που κάτι άλλο γεννιέται. Οι ερμηνείες οφείλουν να αναζητούν όχι την εξωτερική συγκίνηση, αλλά τις εσωτερικές μετατοπίσεις των προσώπων. Η Κερένια Κούκλα εξακολουθεί να μας αφορά, επειδή οι άνθρωποι σήμερα μπορεί να ζουν σε διαφορετικά σπίτια, αλλά παραμένουν εξίσου αμήχανοι απέναντι στην επιθυμία, στην ασθένεια και στην απώλεια. Συχνά εγκαταλείπουμε ψυχικά εκείνον που υποφέρει, προτού τον αποχωριστούμε πραγματικά. Συχνά βαφτίζουμε δικαίωμα αυτό που βαθιά μέσα μας γνωρίζουμε ότι πλήγωσε έναν άλλον άνθρωπο. Στη δική μου ανάγνωση, η Βεργινία είναι το αθέατο κέντρο του έργου ακόμη και μετά τον θάνατό της. Εκείνη που φαίνεται ανίσχυρη γίνεται τελικά η ισχυρότερη παρουσία. Δεν εκδικείται. Επιστρέφει ως μνήμη. Και η μνήμη, όταν έχει ποτιστεί με ενοχή, γίνεται πιο αμείλικτη από κάθε δικαστήριο. Το έργο δεν μας ζητά να καταδικάσουμε τον έρωτα, αλλά να αναλογιστούμε την ευθύνη του. Διότι το πάθος μπορεί να είναι ακούσιο, οι πράξεις μας όμως δεν είναι. Και ίσως η πιο πικρή αλήθεια της Κερένιας Κούκλας να βρίσκεται ακριβώς εδώ: ο άνθρωπος μπορεί να ξεφύγει από τις συνέπειες ενώπιον των άλλων, ποτέ όμως από την ετυμηγορία της δικής του συνείδησης. Ραδιοσκηνοθεσία: Μιχάλης Μπούχλης Ακούγονται οι ηθοποιοί: Σπύρος Κωσταντόπουλος, Κική Ρέππα, Ρένα Βουτσινά, Ματίνα Καρρά, Καίτη Μητροπούλου, Ειρήνη Δόγαρη, Μαρία Ζαφειράκη, Αντιγόνη Βαλάκου, Τάκης Βουλαλάς, Λούλα Ιωαννίδου, Βασίλης Μαυρομάτης, Παύλος Λιάρος, Χριστίνα Κουτσουδάκη, Όλγα Τουρνάκη, Μαρία Φωκά, Ελένη Μαυρομάτη, Καίτη Τριανταφύλλου, Τζένη Ρουσέα, Σούλα Αθανασιάδου, Δημήτρης Γούσης, Τόνη Ιακωβάκης, Μάκης Ρευματάς, Κίμων Δημόπουλος, Λουκιανός Ροζάν 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖
Μια λαϊκή αυλή, τρεις άνδρες με το ίδιο ονοματεπώνυμο και μια νεαρή γυναίκα που εισβάλλει απρόσκλητη, αρκούν για να στηθεί ένας ολόκληρος μηχανισμός κοινωνικής αναστάτωσης. Στην Κόμισσα της Φάμπρικας, οι Γιαλαμάς και Πρετεντέρης μετατρέπουν την παρεξήγηση σε πολιτικό σχόλιο και το γέλιο σε αποκαλυπτικό βλέμμα πάνω στη μετεμφυλιακή Ελλάδα. Κάτω από την ευθυμία της φαρσοκωμωδίας πάλλεται ένας κόσμος ταξικών διαφορών, κρατικής αυθαιρεσίας και ανθρώπων που αναζητούν μια θέση στη ζωή. Και αυτή ακριβώς η υπόγεια ένταση διατηρεί το έργο ζωντανό. Η μεγάλη αυλή όπου κατοικούν τα τρία ξαδέλφια με το κοινό ονοματεπώνυμο, Χρήστος Δελημάνης, δεν αποτελεί μόνο τον χώρο της δράσης. Είναι μια μικρογραφία της ελληνικής κοινωνίας: στενόχωρη, θορυβώδης, γεμάτη βλέμματα, υποψίες, καβγάδες και αλληλεξαρτήσεις. Οι άνθρωποι γνωρίζουν τα μυστικά των άλλων, σχολιάζουν τις αποτυχίες τους, συγκρούονται, αλλά παραμένουν δεμένοι από την κοινή μοίρα. Το εύρημα των τριών ομώνυμων προσώπων είναι εξαιρετικά λειτουργικό. Το ίδιο όνομα καλύπτει τρεις διαφορετικές κοινωνικές ταυτότητες: τον αστυφύλακα, τον κομμουνιστή άνεργο και τον μικροαπατεώνα. Οι συγγραφείς παίζουν με τη σύγχυση των ονομάτων, αλλά πίσω από το τέχνασμα θέτουν ένα σοβαρότερο ερώτημα: καθορίζεται ο άνθρωπος από το όνομά του, από την ιδεολογία του, από το επάγγελμά του ή από τις πράξεις του; Ο αστυφύλακας Δελημάνης αντιπροσωπεύει την τιμιότητα που υπηρετεί έναν μηχανισμό ισχυρότερο από την ίδια. Είναι ευσυνείδητος, πειθαρχημένος και βαθιά προσηλωμένος στο καθήκον. Ωστόσο, η ηθική του δοκιμάζεται όταν απέναντί του δεν βρίσκεται μια απλή παραβάτιδα, αλλά η κόρη του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως. Τότε αποκαλύπτεται το παράδοξο μιας πολιτείας όπου ο νόμος υποτίθεται ότι είναι απρόσωπος, αλλά συχνά αποκτά το πρόσωπο εκείνου που έχει εξουσία. Ο κομμουνιστής ξάδελφος φέρνει στη σκηνή την πολιτική μνήμη της εποχής. Η ανεργία, η αγανάκτηση και η αδιάκοπη ρητορική του δεν παρουσιάζονται μόνο ως αντικείμενα σάτιρας. Πίσω από την υπερβολή του διακρίνεται η πίκρα ενός ανθρώπου που πιστεύει ότι έχει κατανοήσει τις αδικίες του κόσμου, αλλά αδυνατεί να αλλάξει ακόμη και τη δική του ζωή. Η ιδεολογία γίνεται γι’ αυτόν άμυνα απέναντι στην κοινωνική αδυναμία και στην προσωπική ματαίωση. Ο τρίτος Δελημάνης, ο ψιλοαπατεώνας, έχει προσαρμοστεί διαφορετικά. Δεν αντιμάχεται το σύστημα ούτε το υπηρετεί· μαθαίνει να γλιστρά ανάμεσα στους κανόνες του. Διαθέτει την ευφυΐα του δρόμου, τη γοητεία του επιτήδειου και την ηθική ελαστικότητα εκείνου που θεωρεί ότι η επιβίωση δικαιολογεί κάθε μικρή παρανομία. Είναι κωμικός, αλλά όχι ακίνδυνος: ενσαρκώνει τον διαχρονικό τύπο του βολεμένου ανθρώπου που μετατρέπει κάθε σχέση σε συναλλαγή. Η εμφάνιση της Έφης αναστατώνει αυτή την εύθραυστη ισορροπία. Εισβάλλει σε ξένο σπίτι για να ανακτήσει ερωτικές επιστολές που απειλούν την αδελφή της και, όταν συλλαμβάνεται, αποκρύπτει την ταυτότητά της. Η πράξη της γεννιέται από οικογενειακή αλληλεγγύη, αλλά προδίδει συγχρόνως την αυτοπεποίθηση μιας γυναίκας μεγαλωμένης κοντά στην εξουσία. Η Έφη έχει μάθει ότι οι συνέπειες μπορούν να διαπραγματευθούν. Η έλξη της για τον αστυφύλακα αρχίζει όταν συναντά έναν άνθρωπο που δεν γνωρίζει ποια είναι και επομένως τη μεταχειρίζεται χωρίς κοινωνική κολακεία. Η Ελλάδα της δεκαετίας του 1960 αναγνωρίζεται πίσω από κάθε κωμική ανατροπή: ο απόηχος του Εμφυλίου, η καχυποψία απέναντι στην Αριστερά, η παντοδυναμία των πολιτικών γνωριμιών, η γραφειοκρατία και το όνειρο της κοινωνικής ανόδου. Η μετάθεση του αστυφύλακα, η εισαγωγή του στη Σχολή Υπαστυνόμων και η τελική ερωτική του δικαίωση προσφέρουν την αναμενόμενη λύτρωση. Εντούτοις, αφήνουν μια ειρωνική σκιά: επιβραβεύθηκε πραγματικά η αρετή του ή χρειάστηκε η εύνοια ενός υπουργού για να αναγνωριστεί; Εδώ βρίσκεται και η σημερινή δύναμη του έργου. Οι εποχές αλλάζουν, αλλά η γνωριμία με τον κατάλληλο άνθρωπο εξακολουθεί συχνά να ανοίγει πόρτες που μένουν κλειστές για τους άξιους. Οι Γιαλαμάς και Πρετεντέρης δεν καταγγέλλουν με υψωμένο δάχτυλο. Αφήνουν το γέλιο να εκθέσει τον παραλογισμό και τους χαρακτήρες να αποκαλύψουν, μέσα από τα ελαττώματά τους, μια κοινωνία που ζητά εντιμότητα από τους αδύναμους και επιείκεια για τους ισχυρούς. Προσωπικά, βλέπω στην Κόμισσα της Φάμπρικας κάτι βαθύτερο από μια επιτυχημένη κωμωδία παρεξηγήσεων. Βλέπω την ανάγκη του ανθρώπου να αποκτήσει αξία χωρίς να χάσει τον εαυτό του. Το γέλιο της δεν αποκοιμίζει τη συνείδηση· την ξυπνά διακριτικά. Γιατί η πιο πικρή αλήθεια του έργου παραμένει ολοζώντανη: σε μια κοινωνία προνομίων, ακόμη και η δικαιοσύνη χρειάζεται συχνά κάποιον ισχυρό για να της ανοίξει την πόρτα. Σκηνοθεσία: Ντίνος Δημόπουλος Ακούγονται οι ηθοποιοί: Βέρα Κρούσκα, Ρένα Βενιέρη, Στέλιος Παύλου, Θάνος Καληώρας, Χρήστος Βαλαβανίδης, Χλόη Λιάσκου, Χρυσούλα Διαβάτη, Νίκος Κάπιος, Μίμης Χρυσομάλης, Θεοδόσης Ισαακίδης, Πόπη Λυναρδάτου, Ελευθερία Σπανού, Νίκος Μπιρμπίλης, Παντελής Κοκκόσης, Ράνια Ιωαννίδου
Μια τράπουλα ανοίγει πάνω στο τραπέζι και μαζί της αποκαλύπτονται οικογενειακές πληγές, κοινωνικές φιλοδοξίες και κρυμμένες ματαιώσεις. Στη Χαρτοπαίχτρα, ο Δημήτρης Ψαθάς μετατρέπει το καθημερινό γέλιο σε αιχμηρό όργανο κοινωνικής παρατήρησης. Η κωμωδία του διαθέτει τη ζωηράδα της λαϊκής φάρσας, αλλά κάτω από τις παρεξηγήσεις της αναπνέει η αγωνία ενός σπιτιού που χάνει σταδιακά το κέντρο του. Η Αλέκα είναι σύζυγος, μητέρα και κυρία ενός αξιοπρεπούς αστικού σπιτιού. Θα περίμενε κανείς να αποτελεί τον συνεκτικό δεσμό της οικογένειας. Εκείνη, όμως, έχει παραδώσει την καθημερινότητά της στην τράπουλα. Παίζει αδιάκοπα, παραμελεί τις υποχρεώσεις της και αντιμετωπίζει κάθε οικογενειακή κρίση σαν ενοχλητική διακοπή μιας παρτίδας που θεωρεί σημαντικότερη από την ίδια τη ζωή. Ο Ψαθάς δεν πλάθει μια μονοδιάστατη, ανεύθυνη γυναίκα. Πίσω από την επιθετικότητα, την ακαταδεξία και τη μανία της Αλέκας διακρίνεται ένα υπαρξιακό κενό. Η χαρτοπαιξία τής προσφέρει ένταση, προσμονή, ανταγωνισμό και την ψευδαίσθηση ότι ορίζει την τύχη της. Όσα απουσιάζουν από τη συζυγική και κοινωνική της ζωή τα αναζητεί στο ανακάτεμα των φύλλων. Δεν παίζει μόνο για να κερδίσει χρήματα. Παίζει για να νιώσει ότι συμβαίνει ακόμη κάτι μέσα της. Ακριβώς εδώ βρίσκεται η ψυχολογική δύναμη του έργου. Η εξάρτηση παρουσιάζεται ως μια ιδιότυπη τελετουργία φυγής. Η Αλέκα απομακρύνεται από την πλήξη, από τον χρόνο που περνά, ίσως και από τον φόβο ότι ο ρόλος της συζύγου και της μητέρας δεν αρκεί πλέον για να της προσφέρει ταυτότητα. Η χειραφέτησή της, όμως, είναι απατηλή. Ενώ πιστεύει ότι κατακτά έναν χώρο ελευθερίας, γίνεται δέσμια ενός πάθους που καταβροχθίζει την προσοχή, την κρίση και τις σχέσεις της. Γύρω της, το σπίτι αρχίζει να αποσυντίθεται. Ο Λάκης ξενυχτά και μεθά, σαν να απαντά στη μητρική απουσία με μια δική του μορφή φυγής. Η Νίνα κινδυνεύει να χάσει τον μνηστήρα της εξαιτίας της αλαζονικής συμπεριφοράς της μητέρας της. Ο Ανδρέας προσπαθεί να συγκρατήσει την οικογένεια, χωρίς να διαθέτει πραγματική εξουσία πάνω της. Δεν επιλέγει τη μετωπική σύγκρουση. Καταφεύγει σε ένα τέχνασμα ερωτικής ζήλιας μέσω της κυρίας Λελέ, ελπίζοντας ότι θα αφυπνίσει την Αλέκα. Η μέθοδός του είναι κωμική, αλλά και αποκαλυπτική. Στον κόσμο του Ψαθά οι άνθρωποι σπάνια λένε καθαρά όσα τους πληγώνουν. Μηχανεύονται τεχνάσματα, παίζουν ρόλους, προκαλούν παρεξηγήσεις. Η τράπουλα απλώνεται συμβολικά σε ολόκληρη την οικογένεια: ο καθένας κρύβει τα φύλλα του και περιμένει την κίνηση του άλλου. Οι κυρίες του καρέ συμπληρώνουν αυτή την πινακοθήκη της αστικής υποκρισίας. Ευγένεια, κουτσομπολιό, κοινωνικός ανταγωνισμός και μικρές ραδιουργίες συνυπάρχουν πίσω από καλοσιδερωμένα φορέματα και προσποιητά χαμόγελα. Αντίθετα, η Μαριγώ, με τη λαϊκή αμεσότητα και το πρακτικό της ένστικτο, αντιλαμβάνεται συχνά την αλήθεια καθαρότερα από τους μορφωμένους κυρίους του σπιτιού. Το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε τη θεατρική περίοδο 1963–1964 στο Θέατρο Μπουρνέλλη, με την Κατερίνα στον κεντρικό ρόλο. Το 1965 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Γιάννη Δαλιανίδη, με τη Ρένα Βλαχοπούλου να χαρίζει στην Αλέκα εκρηκτικό ρυθμό και ακαταμάχητη σκηνική ενέργεια. Η εποχή αλλάζει, η ελληνική μεσαία τάξη διεκδικεί άνεση και κοινωνική άνοδο, όμως πίσω από την ευπρέπεια επιμένουν η πλήξη, η καταπίεση και η αγωνία της επίδειξης. Σήμερα η τράπουλα μπορεί να έχει αντικατασταθεί από το διαδικτυακό στοίχημα, την οθόνη, τις αγορές ή την εμμονή με την κοινωνική αποδοχή. Ο μηχανισμός παραμένει ίδιος: ο άνθρωπος αναζητεί μια στιγμιαία έξαψη για να μην ακούσει όσα έχουν σωπάσει μέσα του. Η τελική υπόσχεση της Αλέκας ότι δεν θα ξαναπιάσει τράπουλα προκαλεί γέλιο, αλλά δεν προσφέρει βεβαιότητα. Ο Ψαθάς γνωρίζει ότι ένας όρκος δεν αρκεί για να νικηθεί ένα πάθος. Πρέπει πρώτα να αναγνωριστεί η έλλειψη που το γέννησε. Και ίσως το πιο επικίνδυνο παιχνίδι να αρχίζει όταν ο άνθρωπος ποντάρει τους αγαπημένους του, πιστεύοντας ακόμη πως διακινδυνεύει μόνο χρήματα. Ραδιοσκηνοθεσία: Στέλιος Παπαδάκης Ακούγονται οι ηθοποιοί: Μαίρη Αρώνη, Νίκος Τζόγιας, Τζόλυ Γαρμπή, Θάνος Καλιόρας, Άννα Αδριανού, Τάκης Βουλαλάς, Μιράντα Ζαφειροπούλου. Κώστας Κανγξίδης, Κώστας Κοκάκης, Δημήτρης Τσούτσης, Χρήστος Βαλαβανίδης, Χρήστος Ζορμπάς Γιώργος Τσιτσόπουλος, Γιώργος Παρτσαλάκης, Σταύρος Ζαλμάς, Τζέση Παπουτσή, Σοφία Κακαρελίδου
«Το Μυστήριο του Σίταφορντ» (τίτλος πρωτοτύπου: The Sittaford Mystery), το οποίο κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ και ως The Murder at Hazelmoor, είναι ένα από τα πιο ατμοσφαιρικά αστυνομικά μυθιστορήματα της Agatha Christie (εκδόθηκε το 1931). Αν και συχνά αναφέρεται λανθασμένα ως διήγημα, πρόκειται για πλήρες μυθιστόρημα, στο οποίο δεν πρωταγωνιστούν οι κλασικοί ντετέκτιβ της συγγραφέως (Ηρακλής Πουαρό ή Μις Μαρπλ), αλλά η νεαρή και δυναμική Έμιλι Τρεφούσις. 👥 Οι Κύριοι Χαρακτήρες (The Characters) Έμιλι Τρεφούσις (Emily Trefusis): Η πραγματική ηρωίδα της ιστορίας. Έξυπνη, επίμονη, με τρομερή αυτοπεποίθηση. Αρνείται να πιστέψει την ενοχή του αρραβωνιαστικού της και διεξάγει μια παράλληλη, ιδιωτική έρευνα που ξεπερνά αυτή της αστυνομίας. Τσαρλς Έντερμπι (Charles Enderby): Δημοσιογράφος από το Λονδίνο που φτάνει στην περιοχή για το ρεπορτάζ του φόνου. Γίνεται ο «βοηθός» της Έμιλι, την οποία θαυμάζει (και ερωτεύεται κρυφά). Καπετάνιος Τρεβέλιαν (Captain Joseph Trevelyan): Το θύμα. Ένας πλούσιος, ιδιότροπος, φιλάργυρος και προκατειλημμένος άνδρας, που μισούσε τις γυναίκες. Ταγματάρχης Μπαρναμπί (Major John Burnaby): Ο πιστός φίλος και συνέταιρος του Τρεβέλιαν. Αυτός που έκανε τη δραματική πορεία μέσα στο χιόνι και βρήκε το πτώμα. Κυρία Βίλετ & Βάιολετ (Mrs. Willett & Violet): Μητέρα και κόρη με αριστοκρατικό αέρα που νοίκιασαν ξαφνικά το Σίταφορντ Χάους. Η παρουσία τους στο απομονωμένο χωριό κινεί τις υποψίες. Τζιμ Πίρσον (Jim Pearson): Ο αδύναμος χαρακτήρας ανιψιός του Τρεβέλιαν, ο οποίος γίνεται ο βασικός ύποπτος λόγω έλλειψης άλλου άλλοθι. Επιθεωρητής Νάρακοτ (Inspector Narracott): Ο υπεύθυνος αστυνομικός της υπόθεσης, ο οποίος κινείται μεθοδικά, αλλά δυσκολεύεται να λύσει το μυστήριο του πνευματισμού. 00:00:00 Πρόλογος 00:02:13 3:30 μ.μ. 00:22:20 Ένα μήνυμα για φόνο 00:40:57 Το ανοιχτό παράθυρο 00:50:10 Ο αστυνόμος Νάρακοτ 01:03:00 Η ορντινάντσα του καπετάνιου 01:21:00 Τυφλά βήματα 01:36:00 Η διαθήκη 01:54:00 Τσαρλς Έντερμπι 02:08:00 Μια γυναίκα αξιαγάπητη 02:24:00 Έμιλι Τρεφούσις 02:45:00 Ο υπ’ αριθμόν ένα ύποπτος 03:05:00 Ξαδέρφια από κούνια 03:15:00 Φλυαρία σε πρώτο πρόσωπο 03:25:00 Κρυφός φόβος 03:41:00 Η καμπάνα του Πρίνσταουν 04:00:00 Ένας ανέλπιστος σύμμαχος 04:21:00 Γυναικεία τεχνάσματα 04:42:00 Αδιακρισίες 05:00:00 Η συνταγή του κέικ 05:17:00 Άκοπα αναφιλητά 05:41:00 Διάλογοι χωρίς νόημα 06:11:00 Ραντεβού τα μεσάνυχτα 06:21:00 Τα βήματα στο κάτω πάτωμα 06:37:00 Το άλλοθι του συγγραφέα 06:58:00 Ερωτική κολοκυθιά 07:20:00 Ο σιδηρουργός και η γυναίκα του 07:33:00 Πλαστοπροσωπία 07:43:00 Ένα ζευγάρι αρβύλες 08:00:00 Ο Ρύκροφτ πειραματίζεται 08:20:00 Ο θρίαμβος της Έμιλι 08:33:00 Πολύ καλό για το τίποτα
Σ’ ένα απομονωμένο νησί του Αιγαίου, ο θάνατος δεν κλείνει έναν λογαριασμό· τον ανοίγει. Ένας γιος αναζητεί τον πατέρα που τον αρνήθηκε, μια γυναίκα υπερασπίζεται την οδυνηρή αλήθεια κι ένας νεκρός συγγραφέας εξακολουθεί να εξουσιάζει τους ζωντανούς. Στο Το δώρο της Μέδουσας, ο Πίτερ Λέβιν Σάφερ μεταφέρει την αρχαία τραγωδία στη σύγχρονη συνείδηση και μας αναγκάζει να κοιτάξουμε κατάματα το αγριότερο ερώτημα: πότε η αξίωση για δικαιοσύνη μετατρέπεται σε λατρεία της εκδίκησης; Ο Έντουαρντ Ντάμσον, διάσημος και ακραία ιδιόρρυθμος θεατρικός συγγραφέας, έχει πεθάνει βίαια στο σπίτι του στην Ελλάδα. Μετά τον θάνατό του φτάνει ο Φίλιπ, ο νόθος γιος που εκείνος ουδέποτε αναγνώρισε. Αμερικανός ακαδημαϊκός, μελετητής και θαυμαστής του έργου του, επιθυμεί να γράψει τη βιογραφία του. Πίσω από την επιστημονική του επιμονή, όμως, κρύβεται η αρχέγονη ανάγκη του εγκαταλειμμένου παιδιού: να επινοήσει εκ των υστέρων έναν πατέρα που να αξίζει να αγαπηθεί. Η Έλεν, χήρα του Έντουαρντ, συμφωνεί να μιλήσει υπό έναν σκληρό όρο. Ο Φίλιπ οφείλει να δεχθεί ολόκληρη την αλήθεια και όχι την εξωραϊσμένη αγιογραφία ενός δημιουργού. Έτσι, η βιογραφία μετατρέπεται σε ανάκριση, εξομολόγηση και τελετή αποκαθήλωσης. Μέσα από τις αναδρομές, ο απόντας εισβάλλει στη σκηνή με όλη τη βιαιότητα της παρουσίας του. Ο Έντουαρντ διαθέτει το επικίνδυνο χάρισμα να μεταμορφώνει το προσωπικό τραύμα σε ιδεολογία. Πιστεύει σε μια δικαιοσύνη άμεση, απόλυτη, αμείλικτη. Δεν ανέχεται την ατιμωρησία, επειδή τη βιώνει ως προσβολή της ηθικής τάξης. Σταδιακά, όμως, παύει να ζητεί αποκατάσταση και απαιτεί αίμα. Η εκδίκηση γίνεται γι’ αυτόν αισθητική αρχή, πνευματικό δόγμα και άλλοθι της επιθετικότητάς του. Δεν πολεμά πλέον το κακό· χρειάζεται το κακό, για να δικαιολογεί τη δική του αγριότητα. Απέναντί του στέκεται η Έλεν. Μούσα, σύντροφος και αντίπαλος, εκπροσωπεί το μέτρο, τη συμπόνια και τη χριστιανική συγχώρεση. Ωστόσο, ο Σάφερ δεν την παρουσιάζει ως άσπιλη ηθική εικόνα. Η γυναίκα που θέλησε να τιθασεύσει το τέρας γοητεύτηκε πρώτα από τη δύναμή του. Αγάπησε τη φλόγα και κατόπιν τρόμαξε όταν αυτή άρχισε να κατακαίει τα πάντα. Η ενοχή της γεννιέται από τη σιωπηλή συνενοχή κάθε ανθρώπου που πιστεύει ότι μπορεί να κατοικήσει δίπλα στη βία χωρίς κάποτε να πληρώσει το τίμημά της. Ο Φίλιπ βρίσκεται ανάμεσά τους σαν τέκνο μιας σύγκρουσης που προηγήθηκε της γνωριμίας τους. Έχει εξιδανικεύσει τον πατέρα, επειδή δεν τον έζησε. Η Έλεν τού παραδίδει όχι τη μορφή που λαχταρούσε, αλλά έναν άνθρωπο αντιφατικό, ναρκισσιστικό και αυτοκαταστροφικό. Η ενηλικίωσή του συντελείται όταν υποχρεώνεται να διαλέξει ανάμεσα στον μύθο και στη γνώση. Διότι η αλήθεια για τους γονείς δεν θεραπεύει πάντοτε· κάποτε αφαιρεί το τελευταίο καταφύγιο της παιδικής ψυχής. Γραμμένο το 1992, το έργο φέρει την ανησυχία μιας εποχής που είχε μόλις εξέλθει από τον Ψυχρό Πόλεμο, χωρίς να έχει απαλλαγεί από τη βία. Οι βεβαιότητες κατέρρεαν, οι πόλεμοι επέστρεφαν στην Ευρώπη και η δημόσια εικόνα της τιμωρίας αποκτούσε ολοένα μεγαλύτερη ισχύ. Ο Σάφερ διέκρινε έγκαιρα τον πειρασμό της αυτοδικίας: την πεποίθηση ότι, όταν οι θεσμοί αποτυγχάνουν, ο θυμός δικαιούται να ανακηρυχθεί δικαστής. Ο μύθος της Μέδουσας δεν λειτουργεί ως αρχαιοπρεπές κόσμημα. Το κομμένο κεφάλι της, όπλο ικανό να απολιθώνει, γίνεται σύμβολο της δύναμης που στρέφεται τελικά εναντίον εκείνου που την κατέχει. Η Αθηνά, ο Περσέας και η Γοργόνα εκφράζουν διαφορετικές όψεις μιας δικαιοσύνης όπου ο τιμωρός κινδυνεύει να προσλάβει τα χαρακτηριστικά του τέρατος που καταδιώκει. Αυτό ακριβώς θεωρώ πως κάνει το έργο συνταρακτικά σημερινό. Ζούμε σε μια εποχή δημόσιων καταδικών, ψηφιακών δικαστηρίων και συλλογικής οργής, όπου η απαίτηση για δικαιοσύνη συχνά συγχέεται με την απόλαυση της διαπόμπευσης. Ο Σάφερ δεν μας ζητεί να συγχωρήσουμε αδιακρίτως ούτε να αφήσουμε το έγκλημα ατιμώρητο. Μας προειδοποιεί ότι η τιμωρία, όταν αποσπάται από το μέτρο και την ανθρώπινη συνείδηση, γίνεται δεύτερο έγκλημα. Το δώρο της Μέδουσας είναι τελικά ένα έργο για τη φονική γοητεία της βεβαιότητας. Για τον καλλιτέχνη που ανακηρύσσει το πάθος του σε νόμο, για τη γυναίκα που πληρώνει τη μακρά ανοχή της και για τον γιο που πρέπει να θάψει όχι μόνο έναν πατέρα, αλλά και την εξιδανίκευσή του. Η Μέδουσα δεν χαρίζει απλώς ένα όπλο. Χαρίζει μια δοκιμασία: αν δεν γνωρίζεις πότε να αποστρέψεις το βλέμμα, θα απολιθωθεί μέσα σου ό,τι σε κρατούσε ακόμη άνθρωπο. Μετάφραση: Στρατής Πασχάλης Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος Ακούγονται οι ηθοποιοί: Πέτρος Φυσσούν, Σπύρος Σπαντίδας, Πέτρος Πετράκης, Μαρία Καντιφέ, Αννίτα Σαντοριναίου, Τάσος Αλατζάς, Στέλιος Γούτης, Ντίνος Δουλγεράκης, Κωνσταντής Μιζάρας, Μάνος Τριανταφυλλάκης, Ελένη Μιχαηλίδου, Παναγιώτα Παπαγεωργίου, Έφη Ρευματά 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖
Ένας κόσμος από σίδερα, λάσπη, απαγορεύσεις και ανθρώπινα υπολείμματα. Στο Νεκροταφείο των αυτοκινήτων, ο Φερνάντο Αραμπάλ δεν αναπαριστά απλώς μια κατεστραμμένη κοινωνία· στήνει μια βλάσφημη λειτουργία μέσα στα ερείπιά της. Εκεί όπου ο πολιτισμός έχει σαπίσει, η μουσική γίνεται αδίκημα, η καλοσύνη ύποπτη και η θυσία το τελευταίο καταφύγιο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Γραμμένο το 1958, το έργο γεννιέται στη σκιά ενός ευρωπαϊκού κόσμου που είχε γνωρίσει τον πόλεμο, τα στρατόπεδα, τις δικτατορίες και τη συστηματική ταπείνωση του ανθρώπου. Ο Ισπανός Αραμπάλ κουβαλούσε μέσα του το τραύμα του Εμφυλίου και την εξαφάνιση του πατέρα του από το καθεστώς του Φράνκο. Ζώντας αυτοεξόριστος στη Γαλλία, συνάντησε το Θέατρο του Παραλόγου, αλλά δεν περιορίστηκε στην ψυχρή διαπίστωση ότι η ζωή στερείται νοήματος. Πρόσθεσε κραυγή, σάρκα, παιδικότητα, βία και τελετουργία, προαναγγέλλοντας την εκρηκτική αισθητική του Πανικού Θεάτρου. Η δράση τοποθετείται σε μια απέραντη χωματερή παλιών αυτοκινήτων. Τα κουφάρια των οχημάτων έχουν μετατραπεί σε δωμάτια για ανθρώπους εξίσου εγκαταλειμμένους. Ο Μίλος διευθύνει αυτό το παράδοξο ξενοδοχείο, εμπορευόμενος ακόμη και την εξαθλίωση. Η εικόνα είναι συγκλονιστικά εύστοχη: το αυτοκίνητο, άλλοτε σύμβολο ταχύτητας, ελευθερίας και τεχνολογικής προόδου, κείτεται ακίνητο και σκουριασμένο. Μαζί του έχει ακινητοποιηθεί ολόκληρη η υπόσχεση του νεότερου πολιτισμού. Μέσα σε αυτό το τοπίο εμφανίζεται ο Εμανουέλ, ένας τρομπετίστας με παιδική ψυχή, που παίζει δωρεάν για τους φτωχούς. Η μουσική του δεν είναι διακόσμηση· είναι πράξη ανυπακοής. Προσφέρει χαρά χωρίς αντίτιμο σε έναν κόσμο όπου τα πάντα πωλούνται, ακόμη και το σώμα, η συνείδηση και η προδοσία. Γι’ αυτό η εξουσία τον καταδιώκει. Κάθε αυταρχικός μηχανισμός φοβάται εκείνον που αποδεικνύει ότι ο άνθρωπος μπορεί να συναντήσει τον άλλον χωρίς άδεια και χωρίς συναλλαγή. Ο Εμανουέλ αποτελεί μια γκροτέσκα εκδοχή του Χριστού. Δεν διαθέτει θεολογική σοφία ούτε λογικά οργανωμένο ηθικό σύστημα. Η αθωότητά του αγγίζει κάποτε την αφέλεια, όμως ακριβώς εκεί βρίσκεται η δύναμή του. Δεν κηρύττει την αγάπη ως δόγμα· την ασκεί σαν φυσική ανάγκη. Η παιδικότητά του δεν δηλώνει πνευματική ανεπάρκεια, αλλά άρνηση να ενηλικιωθεί σύμφωνα με τους νόμους της σκληρότητας. Δίπλα του, η Ντίλα μεταφέρει τη μορφή της Μαρίας Μαγδαληνής σε μια περιοχή ηθικής αναστάτωσης. Προσφέρει το σώμα της πιστεύοντας πως έτσι εκπληρώνει την εντολή της αγάπης προς τον πλησίον. Ο Αραμπάλ δεν την εξευτελίζει· αποκαλύπτει μέσα από εκείνη τη σύγχυση ενός κόσμου που έχει αποσυνδέσει την αγάπη από την ελευθερία και την ανθρώπινη οικειότητα από την αξιοπρέπεια. Η Ντίλα είναι συγχρόνως αθώα και τραυματισμένη. Επιζητεί να αγαπήσει, αλλά γνωρίζει μόνο τη γλώσσα με την οποία έμαθε να επιβιώνει. Ο Τοπέ, ο Ιούδας αυτής της αλλόκοτης ευαγγελικής αφήγησης, δεν παρουσιάζεται ως μεταφυσικό τέρας. Λυγίζει για ένα ασήμαντο αντάλλαγμα, και αυτή ακριβώς η μικρότητα κάνει την προδοσία του τρομακτική. Τα μεγάλα εγκλήματα δεν γεννιούνται πάντοτε από μεγάλες ιδεολογίες. Συχνά ξεκινούν από φόβο, αδυναμία και μια ταπεινή προσωπική σκοπιμότητα. Ο Μίλος, αντιθέτως, εκπροσωπεί τον άνθρωπο που προσαρμόζεται τόσο καλά στη σήψη, ώστε τελικά την οργανώνει και κερδίζει από αυτήν. Οι αθλητές Λασκάρ και Τιαμπέ εξακολουθούν να προπονούνται ενώ δίπλα τους συντελείται ένα μαρτύριο. Η σωματική τους κίνηση υπογραμμίζει την ηθική τους ακινησία. Είναι η κοινωνία που τρέχει, καταναλώνει, γυμνάζεται και επιδιώκει επιδόσεις, ενώ έχει πάψει να βλέπει τον βασανιζόμενο άνθρωπο λίγα βήματα μακρύτερα. Η σταύρωση του Εμανουέλ πάνω σε ένα ποδήλατο, με αλυσίδες και μαστίγια, αποτελεί παρωδία μόνο στην εξωτερική της μορφή. Στον πυρήνα της είναι μια σπαρακτική επανάληψη των Παθών. Ο Αραμπάλ δεν γελοιοποιεί τον Χριστό· κατηγορεί έναν κόσμο που τιμά τελετουργικά τη θυσία Του, αλλά εξακολουθεί να σταυρώνει κάθε ανυπεράσπιστο φορέα αγάπης. Κοιτάζοντας τη δική μας εποχή, αναγνωρίζω στο έργο μια ανησυχητική οικειότητα. Ζούμε ανάμεσα σε τεχνολογικά επιτεύγματα και σε ανθρώπους που αντιμετωπίζονται σαν άχρηστα αντικείμενα. Η εξουσία μπορεί να αλλάζει στολή, όμως εξακολουθεί να φοβάται τη μουσική, την ελεύθερη σκέψη και τη χαρά που δεν ελέγχει. Και το πλήθος συνεχίζει συχνά την καθημερινή του προπόνηση, αδιάφορο για τον ήχο των αλυσίδων. Το Νεκροταφείο των αυτοκινήτων μάς αφήνει μπροστά σε μια αμείλικτη αλήθεια: ο πολιτισμός δεν πεθαίνει όταν σκουριάζουν οι μηχανές του. Πεθαίνει όταν η οδύνη του άλλου γίνεται θέαμα και κανείς δεν σταματά για να λύσει τα δεσμά του. Μουσική σύνθεση: Γιώργος Τσαγκάρης Μετάφραση: Παύλος Μάτεσις Σκηνοθεσία: Κώστας Μπάκας Ακούγονται οι ηθοποιοί: Αντώνης Αντωνίου (Αφηγητής), Βέρα Κρούσκα (Dila, αυτοκίνητο 'α') , Ντίνος Δουλγεράκης (70άρης άνδρας στο αυτοκίνητο '3'), Σοφία Ολυμπίου (70άρα γυναίκα στο αυτοκίνητο '3'), Τζέσυ Παπουτσή (Lasca, προπονήτρια), Θάνος Καληώρας (Tiossido, αθλητής), Νίκος Μπουσδούκος (Milos, καμαριέρης, αυτοκίνητο 'α'), Δημήτρης Αθανασόπουλος (Άνδρας στο αυτοκίνητο '2'), Αιμίλιος Μεσίδης (Topé, προδότης), Κώστας Καστανάς (Emanou, μουσικός), Θόδωρος Σκούρτας (Fodère, μουγγός) 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖
Ένα επαρχιακό σπίτι, τακτοποιημένο σαν να μην το άγγιξε ποτέ η αταξία της επιθυμίας, παραδίδεται ξαφνικά στη θύελλα. Η Νόρα εισβάλλει στη ζωή του σαν θερμός άνεμος που αναστατώνει σώματα, συνειδήσεις και βεβαιότητες. Στο Μπουρίνι του Δημήτρη Μπόγρη, η καταιγίδα δεν ξεσπά μόνο στον ουρανό· γεννιέται μέσα στον άνθρωπο, εκεί όπου το καθήκον συγκρούεται με το πάθος και η σιωπή γίνεται επικίνδυνη. Γραμμένο και πρωτοπαρουσιασμένο στα μέσα της δεκαετίας του 1930, το Μπουρίνι ανήκει στην ισχυρή παράδοση της νεοελληνικής ηθογραφίας, χωρίς να περιορίζεται στη γραφική απεικόνιση μιας επαρχιακής ζωής. Ο Δημήτρης Μπόγρης χρησιμοποιεί το κλειστό κοινωνικό περιβάλλον ως δραματικό εργαστήριο. Μέσα του εξετάζει την επιθυμία, την καταπίεση, την οικογενειακή εξουσία και τον φόβο απέναντι στην κοινή γνώμη. Η ιστορία εκτυλίσσεται κατά τη διάρκεια ενός καλοκαιριού στο ήρεμο σπιτικό του επαρχιώτη φαρμακοποιού Φούτση. Η φαινομενική τάξη διαταράσσεται με την άφιξη της Νόρας, της νεαρής ανιψιάς από την πόλη. Όμορφη, ζωντανή και γοητευτική, η Νόρα δεν χρειάζεται να οργανώσει καμία ανατροπή. Αρκεί η παρουσία της. Η διαφορετικότητά της αποκαλύπτει όσα το σπίτι είχε μάθει να σκεπάζει κάτω από τις κοινωνικές συμβάσεις. Ο Κώστας, γιος του φαρμακοποιού, έλκεται από εκείνη με την ορμή ανθρώπου που ανακαλύπτει ξαφνικά μια άλλη δυνατότητα ζωής. Το συναίσθημά του δεν αποτελεί μονάχα ερωτικό σκίρτημα. Είναι εξέγερση απέναντι σε μια προκαθορισμένη ύπαρξη, μια απόπειρα να ξεφύγει από τον ασφυκτικό ρόλο του υπάκουου γιου. Η Νόρα αντιπροσωπεύει για εκείνον την ελευθερία, αλλά ίσως και την αυταπάτη της. Δεν ερωτεύεται μόνο τη γυναίκα· ερωτεύεται όσα νομίζει ότι θα μπορούσε να γίνει κοντά της. Η ίδια η Νόρα παραμένει η πιο αμφίσημη δύναμη του έργου. Φέρνει τον αέρα της πόλης σε έναν κόσμο όπου κάθε βλέμμα παρακολουθεί και κάθε ψίθυρος μετατρέπεται σε ετυμηγορία. Η γοητεία της μπορεί να εκληφθεί ως υπόσχεση χειραφέτησης, αλλά και ως ασυνείδητη πρόκληση. Δεν παρουσιάζεται αναγκαστικά ως μοιραία γυναίκα που καταστρέφει μια οικογένεια. Μοιάζει περισσότερο με καταλύτη που κάνει ορατή μια ήδη υπάρχουσα κρίση. Το μπουρίνι δεν το δημιουργεί η Νόρα. Απλώς αφαιρεί τη στέγη που προστάτευε τις οικογενειακές ψευδαισθήσεις. Ο Φούτσης εκπροσωπεί έναν κόσμο που στηρίζεται στην τάξη, στην αξιοπρέπεια και στην κοινωνική υπόληψη. Ως πατέρας και οικογενειάρχης, υπερασπίζεται ένα σύστημα αξιών που υπόσχεται ασφάλεια, απαιτώντας όμως βαρύ αντάλλαγμα: την υποταγή της προσωπικής επιθυμίας. Πίσω από την αυστηρότητά του διακρίνεται ο φόβος. Αν οι νέοι ακολουθήσουν τον δικό τους δρόμο, τότε ολόκληρη η πατρική εξουσία κινδυνεύει να αποδειχθεί εύθραυστη. Στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, η οικογένεια δεν αποτελούσε μόνο χώρο συναισθηματικών δεσμών. Ήταν οικονομικός μηχανισμός, φορέας τιμής και θεσμός κοινωνικού ελέγχου. Ο έρωτας όφειλε συχνά να υποχωρεί μπροστά στη συγγένεια, στην περιουσία, στον συμφέροντα γάμο και στη φήμη. Ιδιαίτερα η γυναίκα βρισκόταν παγιδευμένη ανάμεσα στην προσωπική της βούληση και στην ηθική επιτήρηση μιας ολόκληρης κοινότητας. Ο Μπόγρης αποτυπώνει αυτή την πραγματικότητα χωρίς να μετατρέπει τους χαρακτήρες του σε άψυχα κοινωνικά σύμβολα. Το μπουρίνι γίνεται έτσι διπλό. Είναι το ξαφνικό φυσικό φαινόμενο που αναστατώνει έναν τόπο εξαρτημένο από τις διαθέσεις της θάλασσας, αλλά συγχρόνως η ψυχική καταιγίδα που συντρίβει την επίφαση της γαλήνης. Όπως η θάλασσα δεν διαπραγματεύεται με τον άνθρωπο, έτσι και το καταπιεσμένο πάθος δεν υπακούει για πάντα στις εντολές της λογικής. Εδώ βρίσκεται, κατά τη δική μου ματιά, η διαχρονική δύναμη του έργου. Και σήμερα εξακολουθούμε να οικοδομούμε τακτοποιημένες ζωές, ενώ στο εσωτερικό τους συσσωρεύονται ανείπωτες ανάγκες. Φοβόμαστε λιγότερο ίσως το χωριό, αλλά περισσότερο την έκθεση, την απόρριψη και την κατάρρευση της εικόνας που δημιουργήσαμε για τον εαυτό μας. Το Μπουρίνι δεν εξυμνεί άκριτα το πάθος ούτε αγιοποιεί την καταπίεση. Μας προειδοποιεί πως ό,τι δεν βρίσκει λέξεις, κάποτε θα αναζητήσει βίαιη έξοδο. Μετά την καταιγίδα, το ερώτημα δεν είναι αν το σπίτι έμεινε όρθιο. Είναι αν όσοι κατοικούν μέσα του μπορούν ακόμη να ζήσουν χωρίς να προδώσουν την αλήθεια τους. Το έργο ηχογραφήθηκε για το ραδιόφωνο το 1982 για το Πρώτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας Λαμβάνουν μέρος οι ηθοποιοί: Κώστας Αρζόγλου, Τζόλυ Γαρμπή, Ειρήνη Κουμαριανού, Ιλιάς Λαμπρίδου, Θόδωρος Μορίδης, Θανάσης Μυλωνάς, Μύριαμ Περικλιώτη, Γιάννης Ροζάκης, Βασίλης Τσάγκλος, Αννίτα Δεκαβάλλα, Σπύρος Γεωργούλας Ραδιοσκηνοθεσία: Λάμπρος Κωστόπουλος Μουσική Επιμέλεια: Στέλιος Ράλλης 📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα! https://www.youtube.com/@angeligeorgia808 Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο 👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι 👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67 🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖